Το γάλα βλάπτει την υγεία των παιδιών σας

Όλοι μας σχεδόν είμαστε πεπεισμένοι ότι το γάλα αποτελεί την πιο σημαντική τροφή για την υγεία των παιδιών. Και αν τυχόν στο παιδί μας δεν αρέσει το γάλα και αρνείται να το πιει, ανησυχούμε μην τυχόν και κινδυνεύσει η υγεία του. Είμαστε θύματα της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας των εταιρειών γαλακτοκομικών προϊόντων που θέλοντας να ανεβάσουν τον αριθμό των πωλήσεων των προϊόντων τους, μας έχουν πείσει (τρομοκρατήσει, θα ήταν ίσως η σωστότερη λέξη) ότι για να είναι τα παιδιά μας υγιή, πρέπει να πίνουν καθημερινά γάλα. Η αλήθεια όμως είναι αρκετά διαφορετική.

Γράφει ο διατροφολόγος Μάριος Δημόπουλος*

Ο Dr. H. M. Sinclair, πρόεδρος του Magdalenia College, Oxford University, επιφανής ερευνητής θεμάτων διατροφής, είχε αναγνωρίσει την κατωτερότητα του αγελαδινού γάλακτος και την τάση να υπερτρέφουμε τα παιδιά με γάλα. Ο Dr. Sinclair πιστεύει ότι η υπερβολική κατανάλωση γάλακτος κατά την περίοδο που το παιδί αναπτύσσεται δεν είναι επιθυμητή και μπορεί να προκαλέσει πρώιμη ωρίμανση που μπορεί να οδηγήσει σε χρόνιες εκφυλιστικές παθήσεις. Με άλλα λόγια υπερτρέφοντας το παιδί κατά την ανάπτυξη με γάλα μειώνουμε αυτή την περίοδο, φέρνουμε το σχήμα του ενήλικα γρηγορότερα και μειώνουμε τη ζωή. Η υπερβολική γρήγορη ανάπτυξη των παιδιών στις ΗΠΑ και σε άλλες δυτικές κοινωνίες, όπου γίνεται υπερκατανάλωση γάλακτος, μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη εκφυλιστικών παθήσεων όπως καρδιοπάθεια, νεφροπάθεια και καρκίνο.

Οι γιατροί H. D. Lynch και W.D. Snively, Jr, σε μια συνάντηση του American Medical Association στη Μιννεάπολη, ανέφεραν ότι ποτά όπως το γάλα και οι χυμοί κατεβαίνουν στον λαιμό του μωρού πολύ εύκολα, ενώ τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες, που πρέπει να φαγωθούν ώστε το παιδί να αναπτυχθεί υγιές, δεν είναι γλυκές και πρέπει να μασηθούν. Τα παιδιά εύκολα συνηθίζουν σε αυτές τις τροφές που χρειάζονται λίγη προσπάθεια για να φαγωθούν και κατά συνέπεια προτιμούν τις υγρές, γλυκές τροφές. Έτσι στερούνται μιας καλής διατροφής που αποτελείται από τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνες όπως κρέας, πουλερικά, ψάρι και πολλές τροφές που πρέπει να μασηθούν και έτσι αναπτύσσουν φθορά στα δόντια και μολυσματικές ασθένειες.

Οι διατροφολόγοι A. L. Daniels και G. Everson του State University of Iowa ανέφεραν σε μια μελέτη για τη φτωχή διατροφή προσχολικών παιδιών ότι πολλά παιδιά που καταναλώνουν πολύ γάλα συχνά εμφανίζουν αναιμία, δυσκοιλιότητα και έλλειψη βιταμινών (το γάλα δεν περιέχει όλες τις απαραίτητες βιταμίνες). Ο Dr. Alfred Schwarts, επίκουρος καθηγητής Κλινικής Ιατρικής στο πανεπιστήμιο Washington αναφέρει ότι σοβαρή διατροφική αναιμία είναι πιο συχνή ανάμεσα στα παιδιά που πίνουν μεγάλες ποσότητες γάλακτος.
Ο Dr. Eugene Rosamond σε μια συνάντηση παιδιατρικής και ιατρικής κοινότητας είπε ότι η συμβουλή να πίνουν τα παιδιά καθημερινά γάλα είναι μια εξαιρετική εμπορική προπαγάνδα, αλλά κακή ιατρική συμβουλή.

Επίσης είπε ότι περίπου το 7% των άρρωστων παιδιών που πηγαίνουν στον γιατρό είναι άρρωστα επειδή η μητέρα τους τα ανάγκαζε να πίνουν περισσότερο γάλα από ό, τι χρειάζονταν. Ο Dr. Rosamond αναφέρει τα ακόλουθα τυπικά συμπτώματα από την τόσο πολύ κατανάλωση γάλακτος στη διατροφή των παιδιών: αναιμία, δυσκοιλιότητα, ευερεθιστότητα, άρνηση να φάει, μη ξεκούραστος ύπνος και άσχημα όνειρα. Τα παιδιά χρειάζονται καλές στερεές τροφές όπως κρέας, πουλερικά, ψάρια, αυγά, φρέσκα λαχανικά και φρούτα για να είναι υγιή, και όχι γάλα.

Το αγελαδινό γάλα προκαλεί διάρροια στα βρέφη

Το αγελαδινό γάλα μπορεί να σκοτώσει το μωρό σας. Τον Νοέμβριο του 1994 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Lancet ότι τα βρέφη που καταναλώνουν αγελαδινό γάλα έχουν 14 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνουν από επιπλοκή διάρροιας και 4 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να πεθάνουν από πνευμονία σε σχέση με τα βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα (1). Ακόμα ένας παράγοντας που έχει συνδεθεί με το σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου των βρεφών είναι η δυσανεξία και η αλλεργία στο αγελαδινό γάλα. Ωστόσο δεν αρκεί το να θηλάζουν τα βρέφη, για να είναι προστατευμένα από τις πιθανές δυσμενείς επιδράσεις του αγελαδινού γάλακτος. Θα πρέπει να το αποφεύγουν και οι μητέρες του που τα θηλάζουν.

Και αυτό γιατί με τον θηλασμό μεταφέρονται στο παιδί είτε κάποια αντιγόνα του αγελαδινού γάλακτος είτε κάποια αντισώματα που η ίδια η μητέρα έχει προς το αγελαδινό γάλα. Για το εν λόγω θέμα έχουν πραγματοποιηθεί πολλές μελέτες, όπως για παράδειγμα αυτή που δημοσιεύθηκε το 1983 στο Pediatrics, η οποία έδειξε ότι στα βρέφη που τρέφονται με μητρικό γάλα, η εκδήλωση κολικών συνδέεται με την κατανάλωση αγελαδινού γάλακτος από τη μητέρα τους. Συγκεκριμένα 66 μητέρες που θήλαζαν 66 παιδιά με βρεφικό κολικό τοποθετήθηκαν σε μια δίαιτα ελεύθερη από αγελαδινό γάλα. Ο κολικός εξαφανίστηκε σε 35 βρέφη. Μια δίαιτα ελεύθερη από αγελαδινό γάλα προτείνεται για τις μητέρες ως μια πρώτη δοκιμή θεραπείας βρεφικού κολικού σε βρέφη που θηλάζουν (2).

Το αγελαδινό γάλα είναι η σημαντικότερη αλλεργιογόνος τροφή για τα παιδιά

Και ας περάσουμε στα παιδιά. Σύμφωνα με την American Academy of Allergy, Asthma and Immunology το αγελαδινό γάλα αποτελεί την πρώτη και τη σημαντικότερη αλλεργιογόνο τροφή για τα παιδιά. Και υπολογίζει ότι πάνω από τα μισά παιδιά των ΗΠΑ έχουν κάποια μορφή αλλεργικής αντίδρασης στο γάλα. Στην Ελλάδα;

Μια συχνή εκδήλωση της αλλεργίας στο γάλα είναι η αυξημένη έκκριση βλέννας που μπορεί να οδηγήσει σε βήχα, βρογχίτιδα, άσθμα, πνευμονία και μολύνσεις των αυτιών. Συμπτώματα που περνάνε μόλις διακοπεί ή περιοριστεί η κατανάλωση αγελαδινού γάλακτος. Άλλωστε μια βρετανική μελέτη κατέληξε στο ότι το 93% των παιδιών που είχαν άσθμα και ρινίτιδα και στα οποία διαγνώσθηκε αλλεργία στο αγελαδινό γάλα, παρουσίαζαν ή μη τα συμπτώματα της πάθησής τους ανάλογα με το αν έπιναν γάλα ή όχι. Στο δικό σας παιδί που συχνά παρουσιάζει επεισόδια άσθματος, ρινίτιδας ή ωτίτιδας, ο παιδίατρός σας έχει ζητήσει την εξέτασή του για τροφική αλλεργία στο γάλα;

Ο γιατρός Nathaniel Mead τόνισε ότι «τουλάχιστον 50% όλων των παιδιών στις ΗΠΑ είναι αλλεργικά στο αγελαδινό γάλα και σε πολλά από αυτά η αντίδραση αυτή δεν έχει διαγνωσθεί. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι η κύρια αιτία διατροφικών αλλεργιών οι οποίες συνήθως εμφανίζονται με διάρροια, δυσκοιλιότητα και κούραση. Έχει αναφερθεί ότι πολλές περιπτώσεις άσθματος και κολπικών μολύνσεων ανακουφίστηκαν ή εξαλείφθηκαν μόλις σταμάτησε η κατανάλωση γαλακτοκομικών» (3).

Το 1994 στο περιοδικό Pediatric Allergy and Immunology δημοσιεύθηκε μια μελέτη σχετικά με την αλλεργία και τη μη ανεκτικότητα των βρεφών στις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος. Σε αυτή τη μελέτη αναφέρθηκε ότι «περίπου 50-70% παρουσίασαν δερματικά προβλήματα, 50-60% παρουσίασαν γαστρεντερικά προβλήματα και 20-30% παρουσίασαν αναπνευστικά προβλήματα. Σοβαρό ατοπικό έκζεμα ήταν το κύριο σύμπτωμα. Η συνιστώμενη θεραπεία ήταν να αποφεύγουν το αγελαδινό γάλα» (4).

Το αγελαδινό γάλα προκαλεί χρόνια δυσκοιλιότητα στα παιδιά

Οι γιατροί γνωρίζουν ότι το γάλα προκαλεί σε μερικά παιδιά διάρροια λόγω της αλλεργίας που έχουν σε αυτήν την τροφή. Το γάλα όμως μπορεί να προκαλέσει στα παιδιά και χρόνια δυσκοιλιότητα, όπως έδειξε μια μελέτη των Iacono, Montalto, Florena, Tumminello, Soresi, Notarbartolo και Carrocio, οι οποίοι ερεύνησαν τις περιπτώσεις 65 παιδιών που υπέφεραν από χρόνια δυσκοιλιότητα και είχαν υποβληθεί σε θεραπεία με καθαρτικά χωρίς ανταπόκριση. Αρκεί να σταματούσαν να πίνουν γάλα και μαζί σταματούσε και η δυσκοιλιότητά τους (5). Η αιτία γι’ αυτό είναι ότι το γάλα είναι μια τροφή χωρίς φυτικές ίνες, και περιέχει καζεΐνη, μια πρωτεΐνη που είναι σαν κόλλα και αποτρέπει την κινητικότητα του εντέρου. Το ίδιο ισχύει για όλα τα γαλακτοκομικά προϊόντα πλην του αγνού παραδοσιακού γιαουρτιού.

Το παραδοσιακό γιαούρτι περιέχει προβιοτικά (φιλικούς μικροοργανισμούς που κάνουν καλό στην εντερική χλωρίδα), και άρα η με μέτρο κατανάλωσή του βοηθά στην κινητικότητα του εντέρου. Προτιμήστε κατσικίσιο ή πρόβειο γιαούρτι με όλα του τα λιπαρά, και αποφύγετε το αγελαδινό γιαούρτι, τα επιδόρπια γιαουρτιού με φρούτα και ζάχαρη και τα τυποποιημένα εμπορικά γιαούρτια που είναι από σκόνες γάλακτος και περιέχουν ελάχιστα, αν όχι καθόλου, προβιοτικά.

Το αγελαδινό γάλα προκαλεί αναιμία στα παιδιά (αλλά και στους ενήλικες)

Ένα συχνό πρόβλημα στα παιδιά είναι η έλλειψη σιδήρου και η αναιμία. Η κατανάλωση γάλακτος έχει συσχετισθεί με την έλλειψη αυτή με δύο τρόπους. Πρώτον, το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα είναι τροφές φτωχές σε σίδηρο και γι’ αυτό, αν κάποιος τρέφεται κατά βάση με αυτές, δεν καλύπτει τις ανάγκες του σε σίδηρο. Όταν τα γαλακτοκομικά προϊόντα καταναλώνονται μαζί με τροφές που είναι πλούσιες με σίδηρο, εμποδίζουν την πρόσληψή τους από τον οργανισμό.

Γι’ αυτό άλλωστε και οι γιατροί, όταν χορηγούν σε έναν ασθενή σκευάσματα σιδήρου, του συνιστούν να τα παίρνει σε μια χρονική απόσταση δύο ή τριών ωρών πριν ή μετά την κατανάλωση γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων. Το ασβέστιο και ο σίδηρος είναι ανταγωνιστές.  Οπότε αν φάτε μια σπανακόπιτα που περιέχει τυρί δεν θα απορροφήσετε τον σίδηρο που περιέχει το σπανάκι (που ήδη είναι χαμηλό σε σίδηρο σε σύγκριση με το μοσχάρι ή το συκώτι).

Ο δεύτερος λόγος που το γάλα έχει συσχετισθεί με την πρόκληση αναιμίας από έλλειψη σιδήρου είναι ότι λόγω αντιδράσεων των κυττάρων του εντέρου στις πρωτεΐνες του γάλακτος προκαλούνται μικρές αιμορραγίες στο επιθήλιο του εντέρου, με αποτέλεσμα την απώλεια αίματος και κατά συνέπεια αυξημένες ανάγκες σε σίδηρο για την αποκατάστασή του. Ενδεικτικά παραθέτω μια μελέτη μια μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1982 στο Journal of Pediatrics. Σύμφωνα με τους ερευνητές που την εκπόνησαν, τα βρέφη που τρέφονται με αγελαδινό γάλα κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου της ζωής τους μπορεί να έχουν μια απώλεια αίματος της τάξης του 30% από την εντερική οδό και μια σημαντική απώλεια σιδήρου κατά την αφόδευση.

Το πώς μπορεί να αντιμετωπισθεί αυτό το πρόβλημα υγείας μοιάζει να είναι φανερό, αλλά το επιβεβαιώνει και μια έρευνα που δημοσιεύθηκε το 1999 στο Journal of Pediatric Surgery, σύμφωνα με την οποία σε όλες τις περιπτώσεις η αιμορραγία σταμάτησε τελείως ύστερα από μια δίαιτα ελεύθερη από αγελαδινό γάλα. Η απώλεια αίματος είναι μια αντίδραση στις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος. Συγκεκριμένα η μελέτη αυτή ανέφερε τα εξής: «Η προκαλούμενη από το αγελαδινό γάλα εντερική αιμορραγία είναι μια καλά αναγνωρισμένη αιτία αιμορραγίας του ορθού (εντέρου) στην εμβρυική ηλικία.

Οι συγγραφείς αναφέρονται σε παιδιά ηλικίας 5 ετών που παρουσίασαν είτε ορατή αιμορραγία του ορθού ή σοβαρή αναιμία που συνδέεται με κρυφή εντερική αιμορραγία λόγω εντεροπάθειας από αγελαδινό γάλα. Σε όλες τις περιπτώσεις, η αιμορραγία επιλύθηκε εντελώς μετά από την εισαγωγή μιας δίαιτας χωρίς αγελαδινό γάλα. Το συμπέρασμα είναι ότι η εντεροπάθεια από αγελαδινό γάλα μπορεί να προκαλεί φανερή αιμορραγία του ορθού ή σοβαρή αναιμία από κρυφή εντερική αιμορραγία ακόμα και σε μεγαλύτερα παιδιά. Μετά από κατάλληλη εξέταση, πάντα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μια δοκιμή με αποκλεισμό αγελαδινού γάλακτος» (6).

Το γάλα μπορεί να προκαλέσει νεανικό διαβήτη τύπου 1

Το 1991 στο περιοδικό Annals of Medicine δημοσιεύθηκε μελέτη με τίτλο «Οι πρωτεΐνες του γάλακτος στην αιτιολογία του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη. Οι ερευνητές της μελέτης έγραψαν: «Η αιτιολογία του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη είναι πολυπαραγοντική. Η τελική αιτία της ασθένειας, η ειδική καταστροφή των νησιδίων βήτα-κυττάρων, είναι το αποτέλεσμα μιας κυτταρικής/υγρής αυτοάνοσης διαδικασίας που λειτουργεί σε άτομα με συγκεκριμένο γενετικό υπόβαθρο σε απάντηση σε έναν εξωτερικό προκλητικό παράγοντα. Οι πιο πιθανοί περιβαλλοντικοί πυροδοτητές είναι ιικές μολύνσεις και διατροφικοί παράγοντες. Ανάμεσα στην ομάδα των διατροφικών πρωτεϊνών, κυρίως οι πρωτεΐνες του γάλακτος έχουν βρεθεί ότι είναι σημαντικές.

Η εξάλειψη των πρωτεϊνών αγελαδινού γάλακτος από τη διατροφή μείωσε σημαντικά τη συχνότητα του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη σε διαβητικούς αρουραίους BB, και η εξάλειψη ήταν πιο αποτελεσματική όταν συνέβαινε πριν τον απογαλακτισμό. Σε προσφάτως ανακαλυφθέντες διαβητικούς (αρουραίους και παιδιά) βρέθηκαν αυξημένα επίπεδα αντισωμάτων σε πρωτεΐνες αγελαδινού γάλακτος σε σύγκριση με μη διαβητικά άτομα που αποτελούσαν ομάδα ελέγχου. Η υπόθεσή μας είναι ότι οι πρωτεΐνες βοδινού γάλακτος (ιδιαίτερα η βοδινή λευκωματίνη) μπορεί να είναι ένας σημαντικός περιβαλλοντικός παράγοντας παρέχοντας ειδικά πεπτίδια που μοιράζονται αντιγονικούς επίτοπους με κυτταρικές πρωτεΐνες του ξενιστή» (7).

Γιατί όμως το γάλα μπορεί να προκαλέσει νεανικό διαβήτη; Ασθενείς με νεανικό διαβήτη παράγουν αντισώματα στις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος και υπεύθυνη φαίνεται να είναι κυρίως η bovine serum albumin. Συγκεκριμένα το 1992 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό New England Journal of Medicine μελέτη με τίτλο «Ένα πεπτίδιο βοδινής λευκωματίνης ως πιθανός πυροδοτητής του ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη». Οι ερευνητές αυτής της μελέτης έγραψαν: «Το αγελαδινό γάλα έχει ενοχοποιηθεί ως ένας πιθανός πυροδοτητής αυτοάνοσης απάντησης που καταστρέφει τα παγκρεατικά βήτα κύτταρα σε γενετικά ευαίσθητους ξενιστές, προκαλώντας έτσι διαβήτη.

Μελέτες σε ζώα έχουν προτείνει ότι η βοδινή λευκωματίνη ορού (BSA) είναι η πρωτεΐνη του γάλακτος που είναι υπεύθυνη, και ένα πεπτίδιο αλβουμίνης που περιέχει 17 αμινοξέα (ABBOS) μπορεί να είναι το αντιδραστικό επίτοπο. Αντισώματα σε αυτό το πεπτίδιο αντιδρούν με το p69, μια πρωτεϊνική επιφάνεια βήτα κυττάρων που μπορεί να παρουσιάζει το στοχευμένο αντιγόνο για την προκαλούμενη από το γάλα ειδική ανοσία των βήτα κυττάρων. Χρησιμοποιήσαμε ανοσοαναλύσεις και δυτική ανάλυση κηλίδας για να αναλύσουμε τα αντισώματα κατά της BSA στον ορό 142 παιδιών με ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, 79 υγιών παιδιών και 300 ενηλίκων δωρητών αίματος.

Αντισώματα κατά ABBOS μετρήθηκαν σε 44 διαβητικούς ασθενείς τη στιγμή της διάγνωσης, τρεις με τέσσερεις μήνες αργότερα και έναν με δύο χρόνια αργότερα. Όλοι οι διαβητικοί ασθενείς είχαν ανεβασμένες συγκεντρώσεις στον ορό των IgG αντισωμάτων κατά της BSA (αλλά όχι σε αντισώματα σε άλλες πρωτεΐνες γάλακτος)». Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν ότι «οι ασθενείς με ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη έχουν ανοσία στη λευκωματίνη του αγελαδινού γάλακτος, με αντισώματα σε ένα πεπτίδιο λευκωματίνης που είναι ικανό να αντιδρά με μια πρωτεϊνική επιφάνεια βήτα κυττάρων. Τέτοια αντισώματα μπορούν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη δυσλειτουργίας των νησιδίων του παγκρέατος» (8).

Την ίδια χρονιά στο περιοδικό Pediatrics γράφτηκαν τα εξής: «Βασισμένοι στα πρόσφατα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η πρωτεΐνη του αγελαδινού γάλακτος είναι πιθανόν υπεύθυνη για την παθογένεση του σακχαρώδους διαβήτη, πιστεύουμε ότι η Επιτροπή Διατροφής πρέπει να καθορίσει κατά πόσον το αγελαδινό γάλα είναι κατάλληλο για κατανάλωση από τα παιδιά και εάν το τυποποιημένο γάλα που προορίζεται για τα νήπια και βασίζεται σε αγελαδινές πρωτεΐνες, είναι κατάλληλο να αντικαταστήσει το μητρικό γάλα ή όχι» (9).
Το 1996 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Diabetes Medicine μελέτη με τίτλο «Η σχέση ανάμεσα στην έκθεση σε αγελαδινό γάλα και στον διαβήτη τύπου 1», όπου γράφτηκαν τα εξής: «Περιβαλλοντικοί παράγοντες είναι σημαντικοί για την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1.

Υπάρχει σχέση ανάμεσα στην πρόωρη έκθεση σε αγελαδινό γάλα και στην ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1 σε ανθρώπους και ανάμεσα στην πρόωρη έκθεση σε αγελαδινό γάλα και στην ανάπτυξη αυτοάνοσου διαβήτη σε μοντέλα τρωκτικών διαβήτη τύπου 1. Επιπλέον, μερικές ανοσολογικές μελέτες έχουν προτείνει έναν πιθανό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο η έκθεση σε πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος μπορούν να συντελέσουν σε άμεση αυτοάνοση κατάσταση των βήτα κυττάρων του παγκρέατος και επακόλουθο διαβήτη τύπου 1».

Ωστόσο οι συγγραφείς της μελέτης είναι επιφυλακτικοί: «Αν και τα δεδομένα είναι σημαντικά, η ύπαρξη εναλλακτικών εξηγήσεων για αυτές τις επιδημιολογικές και βιολογικές παρατηρήσεις προτείνει ότι τα δεδομένα είναι ανεπαρκή για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι παρατηρούμενες συσχετίσεις παρουσιάζουν αιτιώδεις σχέσεις ή για να διαταχθούν αλλαγές στις συστάσεις για τη βρεφική διατροφή. Το ερώτημα του αν η αποφυγή των πρωτεϊνών του αγελαδινού γάλακτος στην εμβρυική ηλικία θα προλάβει τον διαβήτη τύπου 1, μπορεί να εξεταστεί σε διεθνείς τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές διαιτών εμβρύων» (10).

Το 1993 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Diabetes μελέτη με τίτλο «Πρώιμη έκθεση στο αγελαδινό γάλα και σε στερεές τροφές στην εμβρυική ηλικία γενετική προδιάθεση και κίνδυνος για ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη», όπου γράφτηκαν τα εξής: «Χρησιμοποιώντας έναν σχεδιασμό μελέτης περίπτωσης-ελέγχου, εξετάσαμε την υπόθεση ότι η πρώιμη έκθεση στο αγελαδινό γάλα και σε στέρεες τροφές αυξάνει τον κίνδυνο για ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη. Συγκεντρώθηκε ένα ιστορικό διατροφής κατά την εμβρυική ηλικία από 164 άτομα με ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη από το Colorado IDDMRegistry με μέση ημερομηνία γέννησης το 1973 και από 145 άτομα χωρίς διαβήτη που αντιστοιχήθηκαν με τα διαβητικά άτομα ως προς την ηλικία, το φύλο και την εθνικότητα.

Ως πρόωρη έκθεση καθορίστηκε μια έκθεση που συνέβη πριν τον πρώτο μήνα της ηλικίας. Μετά από έλεγχο για εθνικότητα, σειρά γέννησης και οικογενειακό εισόδημα, περισσότερα διαβητικά άτομα εκτέθηκαν πρώιμα σε αγελαδινό γάλα και στερεές τροφές από ό, τι τα άτομα ελέγχου. Για να εξετάσουμε τη σχέση, ενώ λογαριάζουμε τη γενετική ευαισθησία για ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, καθορίσαμε τα άτομα ως υψηλού και χαμηλού κινδύνου με έναν μοριακό δείκτη HLA-DQB1. Πρώιμη έκθεση σε αγελαδινό γάλα δεν συσχετίστηκε με αυξημένο κίνδυνο για ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη σε άτομα χαμηλού κινδύνου.

Σε σχέση με τα άτομα μη χαμηλού κινδύνου, η πρώιμη έκθεση σε αγελαδινό γάλα συσχετίστηκε ισχυρά σε άτομα με υψηλό δείκτη κινδύνου. Παρόμοια ευρήματα παρατηρήθηκαν για πρόωρη έκθεση σε στερεές τροφές. Αυτά τα δεδομένα δείχνουν ότι η πρώιμη έκθεση σε αγελαδινό γάλα και σε στερεές τροφές μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη. Η συμπερίληψη του κωδικοποιημένου κινδύνου HLA στις αναλύσεις δείχνει τη συνδυαστική επίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων» (11).

Το 1988 στο περιοδικό Diabetologia γράφτηκε μελέτη με τίτλο «Η σημασία πρωτεϊνικών αντισωμάτων του αγελαδινού γάλακτος ως παράγοντας κινδύνου για παιδικό ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη: αλληλεπιδράσεις με διατροφική πρόσληψη αγελαδινού γάλακτος και γονότυπο HLA-DQB1. Παιδικός διαβήτης στην ομάδα μελέτης στη Φινλανδία». Και η μελέτη αυτή ενοχοποιεί το αγελαδινό γάλα για τον νεανικό διαβήτη τύπου 1 (12).

Ανάλογα γράφτηκαν και σε μια άλλη μελέτη που δημοσιεύτηκε το 1994 στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό: «Πολυπαραγοντικές αναλύσεις που περιλαμβάνουν βρεφικές διατροφικές μεταβλητές, κατανάλωση γάλακτος και τρέχουσα ηλικία την ίδια στιγμή έδειξαν ότι όσο νωρίτερα ήταν η εισαγωγή των γαλακτοκομικών προϊόντων και όσο μεγαλύτερη ήταν η κατανάλωση γάλακτος, τόσο περισσότερο σοβαρά ήταν τα αντισώματα. Υψηλά αντισώματα IgA στη φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος συνδέθηκε με μεγαλύτερο κίνδυνο για ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη» (13).

Το 2004 στο περιοδικό Diabetes, Nutrition and Metabolism δημοσιεύθηκε μελέτη με τίτλο «Αντισώματα στον ορό σε σημαντικές πρωτεΐνες που βρίσκονται στο αγελαδινό γάλα σε Ιρανούς ασθενείς με διαβήτη τύπου 1. Σε αυτή τη μελέτη γράφτηκε: «Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να εκτιμηθεί η ανοσοποιητική ανταπόκριση στα σωματικά υγρά στις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος σε Ιρανά παιδιά με διαβήτη τύπου 1. Τα διαβητικά παιδιά είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα στον ορό Igs, IgG και IgM στις πρωτεΐνες που βρίσκονται στο αγελαδινό γάλα από ό,τι τα υγιή άτομα ελέγχου.

Οι υγιείς αμφιθαλείς αδελφοί συγκριτικά τα μη σχετιζόμενα άτομα της ομάδας ελέγχου είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα Igs, IgG και IgM στις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος. Τα επίπεδα στον ορό των Igs και IgG στις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος έδειξαν μια σημαντικά αρνητική συσχέτιση με τη διάρκεια του μη αποκλειστικού θηλασμού, αλλά θετική συσχέτιση με την καθημερινή πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων. Αυτές οι συσχετίσεις ήταν πιο ισχυρές, όταν υπολογίστηκαν μέσα στην ομάδα του διαβήτη τύπου 1. Σε αυτή την ομάδα, τα επίπεδα στον ορό του IgM στις πρωτεΐνες του γάλακτος έδειξαν επίσης θετική συσχέτιση με την καθημερινή πρόσληψη γαλακτοκομικών προϊόντων.

Αν και τα επίπεδα στον ορό του IgG στην καζεΐνη ήταν ασήμαντα υψηλότερη στα διαβητικά παιδιά από ό, τι στα υγιή άτομα της ομάδας ελέγχου, υπήρχε σημαντικά αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στα επίπεδα στον ορό της IgG στην καζεΐνη και στη διάρκεια του μη αποκλειστικού θηλασμού. Πάλι στην ομάδα διαβήτη τύπου 1, η συσχέτιση ήταν ισχυρότερη. Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές στα επίπεδα στον ορό των Igs, IgG ή IgM σε άλλες σημαντικές πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος ή στην ωο-αλβουμίνη ανάμεσα στις ομάδες». Ωστόσο η μελέτη συμπέρανε τα εξής: «Αν και βρέθηκαν υψηλά επίπεδα Igs ή IgG σε πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος, ιδιαίτερα στην καζεΐνη, φαίνονται άσχετα με την πρώιμη εισαγωγή του αγελαδινού γάλακτος στη βρεφική διατροφή και στην έναρξη του διαβήτη τύπου 1 στα Ιρανά παιδιά» (14).

Το 2000 στο επιστημονικό περιοδικό The Proceedings of the Nutrition Society δημοσιεύτηκε μια μελέτη για το αγελαδινό γάλα και τον ρόλο του στην πρόκληση του νεανικού διαβήτη. Ας δούμε τι γράφει η μελέτη: «Οι βρεφικές φόρμουλες που είναι βασισμένες σε αγελαδινό γάλα και η κατανάλωση αγελαδινού γάλακτος στην παιδική ηλικία έχει προταθεί ότι προάγει την ανάπτυξη διαβήτη τύπου 1 και άλλες ασθένειες σχετιζόμενες με το ανοσοποιητικό ή νευρολογικές παθήσεις. Επιδημιολογικές μελέτες σε άνδρες έχουν οδηγήσει στην υπόθεση ότι η εισαγωγή βρεφικών φόρμουλων βασισμένων στο αγελαδινό γάλα στους πρώτους τρεις μήνες της ζωής συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 1.

Επιπλέον, σε ζωικά μοντέλα διαβήτη τύπου 1, οι πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος έχει αποδειχθεί ότι είναι «διαβητογόνες». Ωστόσο, το θέμα φαίνεται ότι απέχει πολύ από το να επιλυθεί. Διάφορες επιδημιολογικές μελέτες και οι πρώτες δοκιμές δεν έδειξαν σύνδεση ανάμεσα στην πρώιμη έκθεση στο αγελαδινό γάλα και στον διαβήτη τύπου 1. Σε ζωικά μοντέλα, οι πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος είναι μέτρια και ασταθώς «διαβητογόνες», οι πρωτεΐνες σιταριού και σόγιας στη διατροφή προκαλούν υψηλότερα ποσοστά αυτοάνοσου διαβήτη. Τόσο στους άνδρες όσο και στα τρωκτικά, υπάρχουν αυξανόμενες αποδείξεις ότι το σχετιζόμενο με το έντερο ανοσοποιητικό σύστημα παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της ασθένειας, προφανώς λόγω των διαταραγμένων μηχανισμών στοματικής ανοχής (oral tolerance).

Η στοματική ανοχή εξαρτάται από την ανοσολογική ομοιόσταση και από τη φυσιολογική ωρίμανση του εντέρου. Αυτοί οι παράγοντες επηρεάζονται από τους αυξητικούς παράγοντες και τις κυτοκίνες του μητρικού γάλακτος, τον φυσιολογικό βακτηριακό εποικισμό, τις μολύνσεις και τη διατροφή. Οι πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος μπορεί να παρέχουν απομιμήσεις επίτοπων (επίτοπο: μέρος ενός μορίου αντιγόνου στο οποίο προσκολλάται ένα αντίσωμα) σχετιζόμενων με την αυτοανοσία, καθώς και την αποσταθεροποίηση των μηχανισμών στοματικής ανοχής από βιολογικά ενεργά πεπτίδια. Η ιδέα των διατροφικών ρυθμίσεων για την αυτοανοσία δεν ισχύει μόνο για τις πρωτεΐνες του αγελαδινού γάλακτος αλλά και για άλλες διατροφικές πρωτεΐνες» (15).

Επειδή οι αναγνώστες ίσως δεν γνωρίζουν το σημαίνει ο όρος στοματική ανοχή, για αυτό αναφέρθηκα στο κεφάλαιο περί τροφικών δυσανεξιών του βιβλίου μου «Νικήστε την αρθρίτιδα με φυσικές μεθόδους», όπου μεταξύ άλλων είχα γράψει τα εξής: «Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στις τροφικές δυσανεξίες είναι η καταστροφή της στοματικής ανοχής. Η στοματική ανοχή (oral tolerance στη διεθνή βιβλιογραφία) είναι ένας όρος που αναφέρεται στην εκμάθηση του ανοσοποιητικού συστήματος να μην αντιδρά με μόρια τροφών που μπαίνουν μέσω του εντέρου στην κυκλοφορία του αίματος του κάθε ατόμου, ακόμα και των υγιών ανθρώπων.

Στους υγιείς ανθρώπους η εκπαίδευση του ανοσοποιητικού συστήματος είναι επιτυχής, με αποτέλεσα τα τροφικά μόρια δεν προσβάλλονται. Ωστόσο για κάποιο λόγο η διαδικασία της στοματικής ανοχής δεν λειτουργεί τόσο καλά όσο στα άτομα με τροφικές ευαισθησίες. Το σώμα μαθαίνει να έχει στοματική ανοχή σε χωριστές περιοχές του τοιχώματος του λεπτού εντέρου που ονομάζονται Παϋέρειες πλάκες (Peyer’s patches)».

Το συμπέρασμα από την προαναφερθείσα μελέτη είναι ότι εκτός από το αγελαδινό γάλα, με τον διαβήτη τύπου 1 σχετίζονται και άλλες τροφές, όπως το σιτάρι και η σόγια. Κατά τη γνώμη μου αυτές οι τροφές θα πρέπει να αποφεύγονται από το διαιτολόγιο του βρέφους κατά τον πρώτο χρόνο, αλλά αυτό αποτελεί προσωπική εκτίμηση, και όχι συμβουλή. Κάθε αλλαγή της διατροφής του βρέφους θα πρέπει να γίνεται με τη συναίνεση του παιδίατρού σας.

Το 1999 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Diabetes μελέτη με τίτλο «Η σίτιση με φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος προκαλεί πρωταρχική ανοσοποίηση στην ινσουλίνη στην ινσουλίνη σε βρέφη σε γενετικό κίνδυνο για διαβήτη τύπου 1», όπου μεταξύ άλλων γράφτηκαν τα εξής: «Αυτοαντισώματα ινσουλίνης συχνά εμφανίζονται ως το πρώτο σημάδι της αυτοανοσίας των κυττάρων των νησιδίων του Langerhans στο πάγκρεας σε προδιαβητικά παιδιά. Λόγω του ότι το αγελαδινό γάλα περιέχει βοδινή ινσουλίνη, ακολουθήσαμε την ανάπτυξη των αντισωμάτων που δένονται με ινσουλίνη στα παιδιά που τρέφονται με φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος. Βρήκαμε ότι η ποσότητα των IgG αντισωμάτων που δένονταν στη βοδινή ινσουλίνη ήταν υψηλότερη στην ηλικία των 3 μηνών στα βρέφη που εκτέθηκαν σε φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος από ό, τι σε έμβρυα που τρέφονταν αποκλειστικά με μητρικό γάλα στην ίδια ηλικία.

Τα αντισώματα που δένονται με την βοδινή ινσουλίνη αντιδρούν με την ανθρώπινη ινσουλίνη. Η σίτιση με αγελαδινό γάλα είναι μια περιβαλλοντική σκανδάλη για αντίσταση στην ινσουλίνη στα έμβρυα, κάτι που μπορεί να εξηγήσει την περιβαλλοντική σύνδεση ανάμεσα στον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 1 και στην πρόωρη έκθεση σε φόρμουλες αγελαδινού γάλακτος.

Αυτή η ανοσοποιητική απάντηση στην ινσουλίνη μπορεί αργότερα να μετατραπεί σε αυτοεπιθετική ανοσία κατά των κυττάρων βήτα σε μερικά άτομα, όπως φάνηκε από τα ευρήματά μας σε παιδιά με αυτοαντισώματα σχετικά με διαβήτη» (16). Είναι απορίας άξιον λοιπόν, γιατί οι παιδίατροι συνιστούν στις μητέρες να δίνουν αγελαδινό γάλα στα παιδιά τους μετά τον θηλασμό… Τέλος 1ου μέρους

Στο επόμενο:

Γιατί το μητρικό γάλα είναι ανώτερο από το αγελαδινό γάλα και τις βρεφικές φόρμουλες

Τα βρέφη που θηλάζουν είναι πιο υγιή

Τα μωρά που θηλάζουν είναι εξυπνότερα…

… Οι πρώτες τροφές του μωρού

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Μάριου Δημόπουλου «Γάλα: Πόσο αθώο είναι;» – Εκδ. Κάδμος

Βιβλιογραφία

1. Jakobsson I., Lindberg T., Cow’s milk proteins cause infantile colic in breast-fed infants: a double-bind crossover study, Pediatrics, 71(2), 268-271, 1983
2. Mead N., Natural Health, July 1994
3. Host A., Cow’s milk protein allergy and intolerance in infancy. Some clinical, epidemiological and immunological aspects, Pediatric Allergy Research, 5, 6:5-36, 1994ad N., Natural Health, July 1994
4. Iacono J., et al., Intolerance of cow’s milk and chronic constipation in children, New England Journal of Medicine, 339(16), 1100-4, 1998
5. Willetts I.E., et al., Cow’s milk enteropathy: Surgical pitfalls, Journal of Pediatric Surgery, 34, 10:1486-1488, 1999
6. Martin J.M., et al., Milk proteins in the etiology of insulin-dependent diabetes mellitus (IDDM), Ann Med, 23(4):447-52, 1991
7. Karjalainen J., et al., A bovine albumin peptide as a possible trigger of insulin-dependent diabetes mellitus, N Engl J Med, 327(5):302-7, 1992
8. Pediatrics, 89, July 1992

*Ο Μάριος Δημόπουλος είναι διατροφολόγος με φυσικοπαθητική κατεύθυνση, μέλος του American Council of Applied Clinical Nutrition της American Association of Drugless Practitioners, της American Association of Nutritional Consultants, της Canadian Association of Natural Nutritional Practitioners και της Association for Natural Medicine in Europe. Είναι συγγραφέας και έχει συγγράψει μέχρι στιγμής 26 βιβλία περί διατροφικής και φυσικής ιατρικής.

Σχόλια Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.