Γιατί το μητρικό γάλα είναι ανώτερο από το αγελαδινό γάλα και τις βρεφικές φόρμουλες

Όλοι γνωρίζουμε ότι ο θηλασμός είναι πάρα πολύ σημαντικός για την υγεία των βρεφών. Αυτό το παραδέχονται ακόμα και οι παιδίατροι. Παρ’ όλα αυτά οι μεγάλες εταιρείες παραγωγής βρεφικού γάλακτος έχουν κάνει τεράστιες εκστρατείες για να προωθήσουν τα προϊόντα τους. Στην Αμερική για παράδειγμα οι εταιρείες αυτές έστελναν γυναίκες πωλητές, ντυμένες νοσοκόμες σε νοσοκομεία ή σε νέες μητέρες με τον τίτλο «νοσοκόμες γάλακτος». Οι εταιρείες προσέφεραν δώρα και επιδόματα σε γιατρούς προκειμένου να ενθαρρύνουν τη διανομή δωρεάν δειγμάτων των προϊόντων τους. Χρησιμοποιούσαν επιθετικές εκστρατείες μέσω της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου και διαφημίσεων στους δρόμους, για να πείσουν τις μητέρες ότι υπάρχει η πιθανότητα να μην έχουν αρκετό μητρικό γάλα και ότι το υποκατάστατο προϊόν τους ήταν απαραίτητο.

Γράφει ο διατροφολόγος Μάριος Δημόπουλος*

Οι εταιρείες υποκατάστατος βρεφικού γάλακτος ανήρτησαν επιστημονικά διαγράμματα βάρους, για να πείσουν τις μητέρες ότι δεν διατρέφουν σωστά τα μωρά τους. Με αυτό τον τρόπο αναπτύχθηκε μια «επιδημία» πλασματικής ανεπάρκειας μητρικού γάλακτος. Μην νομίζετε όμως ότι αυτό συμβαίνει μόνο στην Αμερική. Τον τελευταίο καιρό ακούω όλο και περισσότερες περιπτώσεις στην Ελλάδα, όπου οι παιδίατροι λένε στους γονείς ότι σύμφωνα με τα διαγράμματα βάρους τα βρέφη τους είναι ελλιποβαρή, κάτι που σημαίνει ότι το μητρικό γάλα δεν αρκεί, και έτσι συμβουλεύουν τους γονείς να προσθέτουν υποκατάστατο μητρικού γάλακτος, δηλαδή αγελαδινό γάλα. Αυτό όμως είναι εγκληματικό! Το αγελαδινό γάλα προκαλεί αλλεργίες, κολίτιδες και διάρροιες στα βρέφη που μπορούν να οδηγήσουν έως τον θάνατο.

Τα βρέφη που θηλάζουν είναι πιο υγιή

Το μητρικό γάλα περιέχει αντισώματα που δεν βρίσκονται στο αγελαδινό γάλα και στις βρεφικές φόρμουλες, και αυτά προσφέρουν στο βρέφος προστασία από τις λοιμώξεις. Ο πρώτος τύπος γάλακτος που παράγει η μητέρα – το πρωτόγαλα (colostrum) – είναι ιδιαίτερα πλούσιο σε αντισώματα, πρωτεΐνες και θρεπτικά συστατικά, που προσφέρουν ενισχυμένη προστασία και θρέψη για τις πρώτες μέρες της ζωής του μωρού. Μια μελέτη γιατρών από το πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, το πανεπιστήμιο του Rochester και στο American Pediatrics’ Center for Child Health Research βρήκε ότι «τα μωρά που θηλάζουν για τουλάχιστον 6 μήνες μετά τη γέννησή τους είναι λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν πνευμονία, κρυολογήματα και μολύνσεις των αυτιών (ωτίτιδες)».

Άλλες έρευνες έχουν βρει ότι τα μωρά που θηλάζουν υποφέρουν από λιγότερα γαστρικά προβλήματα και είναι λιγότερο επιρρεπή σε αλλεργίες αργότερα στη ζωή (17). Το μητρικό γάλα περιέχει ανοσοσφαιρίνες όλων των τύπων. Η εκκριτική IgA, ένας τύπος ανοσοσφαιρίνης που προστατεύει τη μύτη, τον λαιμό και το γαστρεντερικό σύστημα βρίσκεται σε υψηλά ποσοστά στο μητρικό γάλα κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους.

Ένα άλλο συστατικό που περιέχεται στο μητρικό γάλα, αλλά απουσιάζει στα τυποποιημένα είναι η λακτοφερίνη, μια πρωτεΐνη συνδεδεμένη με τον σίδηρο. Η λακτοφερίνη βρίσκεται σε υψηλά ποσοστά στο πρωτόγαλα, αλλά διατηρείται καθ’ όλη τη διάρκεια του πρώτου έτους. Έχει άμεση αντιβιοτική δράση στα βακτήρια όπως ο σταφυλόκοκκος και το ελικοβακτηρίδιο. Το μητρικό γάλα περιέχει λυσοσώματα, μια πρωτεΐνη που είναι συστατικό χώνευσης, σε επίπεδο 30 φορές υψηλότερο από ό, τι στα τυποποιημένα. Έχει ισχυρή επίδραση στα βακτήρια που αναπτύσσονται στην πεπτική οδό.

Τόσο το μητρικό όσο και το τυποποιημένο γάλα περιέχουν το αμινοξύ καρνιτίνη, αλλά στο μητρικό γάλα η καρνιτίνη έχει υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα. Τα μωρά που πίνουν μητρικό γάλα έχουν υψηλότερα ποσοστά καρνιτίνης από τα υπόλοιπα. Το συστατικό αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου να μετατραπούν τα λιπαρά οξέα σε αποθέματα ενέργειας. Μια σημαντική επίσης διαφορά είναι ότι τα κύρια μακρά λιπαρά οξέα που ανιχνεύονται στο μητρικό γάλα δεν υπάρχουν στα τυποποιημένα γάλατα. Αυτά τα λιπίδια είναι σημαντικά δομικά στοιχεία, ιδιαίτερα στη σύσταση του εγκεφάλου και του αμφιβληστροειδούς.

Τα μωρά που θηλάζουν είναι εξυπνότερα

Πολλές μελέτες που έχουν διεξαχθεί παγκοσμίως έχουν δείξει ότι τα μωρά που τρέφονται με μητρικό γάλα έχουν IQ 6-10 πόντους υψηλότερο από ό, τι τα μωρά που τρέφονται με βρεφικές φόρμουλες (18). Αυτό οφείλεται προφανώς λόγω των υψηλών επιπέδων του λιπαρού οξέος DHA που βρίσκεται στο μητρικό γάλα, το οποίο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξη του εγκεφάλου.

Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες στο μητρικό γάλα είναι πιο εύκολα απορροφήσιμες. Σε μια βραζιλιάνικη μελέτη μόνο 1 στα 176 βρέφη που θήλαζαν είχαν λιγότερο από τα επαρκή επίπεδα βιταμίνης Ε σε σύγκριση με τα περισσότερο από στην ομάδα που τρεφόταν με φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος (19). Άλλη μελέτη έχει δείξει ότι το μητρικό γάλα είναι υψηλότερο σε βιταμίνη D από ό, τι η φόρμουλα γάλακτος (20).
Υπάρχουν περισσότερα μέταλλα στο μητρικό γάλα. Οι βρεφικές φόρμουλες δεν περιέχουν σελήνιο (ένα συστατικό που ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα) ή χρώμιο (ένα συστατικό που βοηθά στην ισορροπία του σακχάρου στο αίμα, δηλαδή στα επίπεδα ενέργειας) και το μαγγάνιο (που χρειάζεται για υγιή οστά) στο μητρικό γάλα είναι 20 φορές πιο απορροφήσιμο από ό, τι στις βρεφικές φόρμουλες γάλακτος. Το ασβέστιο, ο σίδηρος και ο ψευδάργυρος απορροφούνται επίσης καλύτερα από το μητρικό γάλα.

Το μητρικό γάλα βοηθά να εγκατασταθούν υγιή εντερικά βακτήρια – ένας τύπος ωφέλιμων εντερικών βακτηρίων που ονομάζονται bifido bacteria είναι παρών στο μητρικό γάλα αλλά όχι στη φόρμουλα γάλακτος, και αυτό προστατεύει από τα επιβλαβή βακτήρια που εισβάλλουν στον πεπτικό σωλήνα του μωρού και βοηθά επίσης στην αποτροπή ανάπτυξης κολικού και εκζέματος. Το μητρικό γάλα προάγει την ανάπτυξη του γαλακτοβάκιλου, ένα χρήσιμο βακτήριο που αναχαιτίζει πολλά από τα βακτήρια που προκαλούν ασθένειες και βρίσκονται στα έντερα των παιδιών που πίνουν τυποποιημένο γάλα. Τα παιδιά που τρέφονται με μητρικό γάλα έχουν ποσοστό γαλακτοβάκιλλου 10 φορές μεγαλύτερο από ό, τι τα νήπια που τρέφονται με τυποποιημένα.

Τα βρέφη που θηλάζουν είναι λιγότερο πιθανό να γίνουν παχύσαρκα. Μια μελέτη σε 32.000 παιδιά Σκωτσέζους ηλικίας 3-4 χρονών βρήκε ότι αυτά που τρέφονταν με μητρικό γάλα για 6 με 8 εβδομάδες μετά τη γέννησή τους είχαν 30% λιγότερες πιθανότητες να γίνουν παχύσαρκα από ό, τι τα παιδιά που τρέφονταν με φόρμουλα γάλακτος (21). Όταν τα βρέφη εκτίθενται στα τυποποιημένα γάλατα, αναπτύσσουν αντισώματα σε πρωτεΐνες, όπως η καζεΐνη, με αποτέλεσμα να προκαλούνται αλλεργίες, όπως φάνηκε από μια μελέτη που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1996 στο περιοδικό Allergy and Clinical Immunology.

Το πεπτικό σύστημα του βρέφους δεν είναι αρκετά ώριμο ώστε να ανεχθεί στερεές τροφές πριν τους τέσσερεις μήνες, διότι ο πεπτικός σωλήνας είναι ακόμα πορώδης και μεγάλα μόρια πρωτεϊνών μπορούν να περάσουν μέσα από αυτόν προτού να χωνευθούν πλήρως. Αυτό μπορεί να διεγείρει μια ανοσοποιητική ανταπόκριση, διότι τροφή οπουδήποτε αλλού εκτός από τον πεπτικό σωλήνα αντιμετωπίζεται ως ξένος εισβολέας και αυτό μπορεί να συμβάλλει στην πρόκληση αλλεργίας. Έτσι για να μην έχει το παιδί σας αλλεργίες, φροντίστε να το θηλάζετε αποκλειστικά τουλάχιστον για 4 μήνες. Η φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος είναι πιο αλλεργική από ό, τι το ανθρώπινο γάλα, διότι τα μόρια των πρωτεϊνών του είναι πολύ μεγαλύτερα.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι το γάλα της μητέρας δεν επαρκεί, για να καλύψει τις ανάγκες του νεογέννητου. Πόσο θρεπτικό μπορεί να είναι το μητρικό γάλα, αν η μητέρα δεν τρέφεται σωστά και δεν λαμβάνει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά; Το γάλα μιας μητέρας είναι μόνο τόσο καλό όσο καλή είναι η μητέρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το μητρικό γάλα θα πρέπει να αντικατασταθεί ή να συμπληρωθεί με κάποιο υποκατάστατο.

Η μητέρα θα πρέπει να συνεχίσει την ισορροπημένη και καλή διατροφή που ακολουθούσε κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης καθώς και θα πρέπει να συνεχίσει να λαμβάνει το ειδικό πολυβιταμινούχο συμπλήρωμα που έπαιρνε όσο ήταν έγκυος. Όταν ήταν έγκυος, το έμβρυο λάμβανε τα θρεπτικά συστατικά που χρειαζόταν από την κοιλιά της μητέρας του. Μετά τη γέννησή του, το βρέφος θα λαμβάνει όλα τα θρεπτικά συστατικά που χρειάζεται για την ανάπτυξή του από το γάλα της μητέρας του. Αυτό σημαίνει ότι η διατροφή της μητέρας θα πρέπει να είναι άψογη, γιατί τα θρεπτικά συστατικά της τροφής της περνάνε από το μητρικό γάλα στο μωρό που θηλάζει.

Οι γυναίκες που δεν θηλάζουν τι θα δίνουν στο μωρό τους;

Μερικές γυναίκες δεν μπορούν να θηλάσουν. Σε αυτή την περίπτωση με τι θα τραφεί το μωρό τους; Αν και έχουμε προοδεύσει από την εποχή που το αγελαδινό γάλα βραζόταν, αραιωνόταν και προστίθετο ζάχαρη σε αυτό, δεν έχουμε παρασκευάσει ακόμα μια φόρμουλα γάλακτος που να είναι ίδια με το ανθρώπινο γάλα. Στην πραγματικότητα, οι λόγοι για να δίνουμε στα μωρά αγελαδινό γάλα τον τελευταίο αιώνα δεν είναι ξεκάθαροι, καθώς το γάλα της γαϊδάρας μοιάζει με το ανθρώπινο γάλα πολύ περισσότερο και είναι πιο υγιεινό. Οι αγελάδες ήταν ωστόσο πιο διαθέσιμες και παρήγαγαν περισσότερο γάλα, και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που προτιμήθηκε το αγελαδινό γάλα.

Σήμερα μπορείτε να αγοράσετε φόρμουλες γάλακτος από αγελάδα, κατσίκα και σόγια και κάθε μια φόρμουλα έχει τροποποιηθεί ώστε να ταιριάζει με την ανώριμη πέψη του βρέφους. Παρά το ότι το αγελαδινό γάλα είναι ακόμα αυτό που χρησιμοποιείται ευρέως, πολλά βρέφη είναι αλλεργικά σε αυτό. Το κατσικίσιο γάλα είναι λιγότερο αλλεργιογόνο, διότι χωνεύεται πιο εύκολα. Αν και είναι παρόμοιο σε διατροφικό περιεχόμενο με το αγελαδινό γάλα, υπάρχουν κάποιες καλές φόρμουλες κατσικίσιου γάλακτος που είναι ενισχυμένες με επιπλέον βιταμίνες και μέταλλα και έχουν καλύτερο περιεχόμενο λιπαρών οξέων από ό, τι το αγελαδινό γάλα.

Το δεύτερο εναλλακτικό στο αγελαδινό γάλα είναι το γάλα σόγιας, αλλά αυτό συστήνεται μόνο για τα μωρά που είναι αλλεργικά και στο αγελαδινό και στο κατσικίσιο γάλα (αν και η σόγια είναι από μόνη της ένα συχνό αλλεργιογόνο). Λόγω του ότι η φόρμουλα σόγιας δεν περιέχει γαλακτοκομικά, δεν περιέχει λακτόζη (σάκχαρο του γάλακτος), και έτσι συχνά προστίθεται σιρόπι γλυκόζης, και αυτό μπορεί να καταστρέψει την ανάπτυξη των δοντιών. Οι φόρμουλες σόγιας περιέχουν επίσης φυσικά συστατικά που ομοιάζουν με ορμόνες, τα λεγόμενα φυτοοιστρογόνα, και υπάρχει ανησυχία ότι αυτά μπορούν να επηρεάσουν την ορμονική ισορροπία του μωρού. Επίσης κάποιες μελέτες συνδέουν το γάλα σόγιας με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης αλλεργίας στα φιστίκια.

Ερευνητές στο πανεπιστήμιο του Bristol παρακολούθησαν 14.000 μωρά από τη γέννησή τους και βρήκαν ότι σχεδόν το ένα τέταρτο από αυτά που πήγαιναν να αναπτύξουν αυτή την αλλεργία είχαν καταναλώσει φόρμουλα σόγιας στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής τους. Καλό θα ήταν να αποφεύγεται το γάλα σόγιας στα βρέφη. Τα οιστρογόνα στη σόγια μπορεί να βλάψουν τη σεξουαλική ανάπτυξη και την αναπαραγωγική υγεία του βρέφους σας. Περίπου 20% των βρεφών στις ΗΠΑ τρέφονται με φόρμουλες σόγιας. Το να τρέφετε τα μωρά σας με φόρμουλες σόγιας, είναι σαν να δίνετε σε έναν άνθρωπο 4 με 5 αντισυλληπτικά την ημέρα. Τα βρέφη που τρέφονται με φόρμουλες σόγιας έχουν 20.000 φορές την ποσότητα των οιστρογόνων στην κυκλοφορία τους σε σύγκριση με τα βρέφη που τρέφονται με άλλες φόρμουλες.

Το γάλα αμυγδάλου είναι καλό υποκατάστατο του αγελαδινού γάλακτος, αλλά δεν θα πρέπει να καταναλώνεται στο πρώτο έτος της ηλικίας της ζωής του παιδιού. Πολλά έτοιμα γάλατα αμυγδάλου, ακόμα και τα βιολογικά, περιέχουν γλυκαντικές ουσίες και άλλα συντηρητικά, γι’ αυτό δεν είναι καλή ιδέα να παίρνετε συσκευασμένο γάλα αμυγδάλου. Καλύτερα είναι να το παρασκευάζετε μόνοι σας, όπως κάνουν τόσοι ανατολικοί λαοί που δεν πίνουν γάλα αγελάδας, κατσίκας ή προβάτου. Το καλύτερο λοιπόν υποκατάστατο του αγελαδινού γάλακτος για τα βρέφη είναι το γάλα γαϊδάρας, διότι προσομοιάζει με το μητρικό γάλα.

Ποια είναι η σωστή ηλικία αποθηλασμού;

Οι γιατροί χωρίς να έχουν τις απαραίτητες γνώσεις φυσικής ανθρωπολογίας και ζωολογίας θεωρούν αυθαίρετα ότι το μωρό πρέπει να σταματήσει να τρέφεται με μητρικό γάλα ανάμεσα στον 6ο και 9ο μήνα. Παραθέτω μια μελέτη της ανθρωπολόγου Katherine Dettwyller, διδάκτορα ανθρωπολογίας στο τμήμα ανθρωπολογίας του πανεπιστημίου του Τέξας, η οποία διαλύει τους ιατρικούς μύθους σχετικά με το πότε το παιδί θα πρέπει να πάψει να θηλάζει. Η μελέτη ονομάζεται «Ο φυσικός χρόνος αποθηλασμού» και περιέχεται σε ειδικό βιβλίο της σχετικά με τον θηλασμό. Ας δούμε τι γράφει η εν λόγω επιστήμονας:

«Στην έρευνά μου μελέτησα πρωτεύοντα θηλαστικά, λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες της ζωής τους όπως τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, το βάρος γέννησης του μωρού, τον ρυθμό ανάπτυξής του, την ηλικία ανατολής των πρώτων δοντιών, την ηλικία της σεξουαλικής ωρίμανσης, κλπ. Μετά μελέτησα το πώς αυτοί οι παράγοντες σχετίζονται με την ηλικία του αποθηλασμού σ’ αυτά τα θηλαστικά. Τα ζώα αυτά είναι οι πιο κοντινοί μας συγγενείς στο ζωικό βασίλειο, ειδικά οι γορίλλες και οι χιμπαντζήδες, οι οποίοι έχουν περισσότερα από 98% κοινά γονίδια με τον άνθρωπο.

Κατέληξα σε διάφορα συμπεράσματα όσον αφορά το πότε θα αποθήλαζε «φυσικά» ο άνθρωπος, εάν δεν υπήρχαν όλοι αυτοί οι κανόνες που επιβάλει η κουλτούρα. Το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε από την μελέτη της βιβλιογραφίας για τον χρόνο αποθηλασμού, η οποία έδειξε ότι οι διάφορες κουλτούρες έχουν πολύ διαφορετική αντίληψη για το πότε πρέπει να αποθηλάζουν τα παιδιά, από πολύ νωρίς στις ΗΠΑ έως πολύ αργά σε άλλες περιοχές του κόσμου.

Ακούμε συχνά ότι παγκοσμίως ο μέσος χρόνος αποθηλασμού είναι τα 4,2 χρόνια, αλλά αυτό το νούμερο δεν είναι ούτε σωστό, ούτε έχει κανένα νόημα. Η μελέτη 64 «κλασικών» ερευνών οι οποίες έγιναν πριν το 1940, έδειξαν μέσο χρόνο αποθηλασμού τα 2,8 χρόνια, αλλά σε κάποιες κοινωνίες ο θηλασμός κρατούσε πολύ λιγότερο και σε κάποιες άλλες πολύ περισσότερο. Με στατιστικούς όρους δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για μέσο χρόνο αποθηλασμού παγκοσμίως, αφού τα περισσότερα παιδιά δεν θηλάζουν καθόλου, ή οι μητέρες εγκαταλείπουν το θηλασμό τις πρώτες μέρες ή τις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό.

Ωστόσο είναι αλήθεια ότι υπάρχουν ακόμα κοινωνίες όπου τα παιδιά θηλάζουν ως τα 4 ή τα 5 χρόνια τους κι ακόμα και στις ΗΠΑ κάποια παιδιά θηλάζουν τόσο ή και περισσότερο. Στις κοινωνίες στις οποίες τα παιδιά επιτρέπεται να θηλάζουν για όσο καιρό θέλουν, συνήθως αποθηλάζουν χωρίς φασαρίες και ψυχολογικά τραύματα κάπου ανάμεσα στα 3 και στα 4 χρόνια τους. Το ενδιαφέρον μου επίσης ξεκίνησε από την συνειδητοποίηση ότι για κάποια άλλα θηλαστικά υπάρχει «φυσική ηλικία αποθηλασμού», η οποία είναι περίπου οι 8 εβδομάδες για τους σκύλους, οι 8-12 μήνες για τα άλογα, κλπ. Προφανώς, τα ζώα αυτά δεν έχουν κοινωνικούς περιορισμούς για το ποια είναι η κατάλληλη ηλικία αποθηλασμού».

Κάποια από τα αποτελέσματα των ερευνών είναι τα ακόλουθα:

1. Σε μια ομάδα 21 πρωτευόντων θηλαστικών που μελετήθηκαν από την Holly Smith (κυρίως μαϊμούδες και πίθηκοι), προέκυψε ότι τα μωρά τους αποθήλαζαν την χρονική στιγμή κατά την οποία ανέτειλαν οι πρώτοι τους μόνιμοι τραπεζίτες. Στους ανθρώπους αυτό σημαίνει γύρω στα 5,5-6 χρόνια.
2. Είναι σύνηθες να ακούμε τους παιδίατρους να ισχυρίζονται ότι σε πολλά είδη ζώων η διάρκεια της κύησης ισοδυναμεί με την διάρκεια του θηλασμού, θέτοντας την ηλικία αποθηλασμού στους 9 μήνες για τον άνθρωπο. Ωστόσο, η σχέση αυτή φαίνεται να εξαρτάται από το μέγεθος του ζώου – όσο πιο μεγάλο το ζώο, τόσο πιο μεγάλο διάστημα θηλάζει. Για τους χιμπαντζήδες και τους γορίλλες, τα δύο πιο κοντινά στον άνθρωπο πρωτεύοντα θηλαστικά, η σχέση αυτή είναι 6 προς 1. Δηλαδή, θηλάζουν τα μικρά τους έξι φορές περισσότερο από την διάρκεια της κύησης. Στον άνθρωπο αυτό σημαίνει 4,5 χρόνια (έξη φορές οι 9 μήνες της εγκυμοσύνης).
3. Είναι επίσης σύνηθες οι παιδίατροι να ισχυρίζονται ότι τα περισσότερα θηλαστικά αποθηλάζουν όταν έχουν τριπλασιάσει το βάρος γέννησης, θέτοντας την ηλικία αποθηλασμού στον 1 χρόνο για τον άνθρωπο. Και πάλι ωστόσο, αυτό επηρεάζεται από το μέγεθος, με τα μεγαλύτερα θηλαστικά να θηλάζουν τα μικρά τους μέχρι να τετραπλασιάσουν το βάρος γέννησης. Στον άνθρωπο, ο τετραπλασιασμός του βάρους γέννησης συμβαίνει ανάμεσα στα 2,5 έως 3,5 χρόνια συνήθως.
4. Μια άλλη μελέτη σε πρωτεύοντα θηλαστικά έδειξε ότι αποθήλαζαν τα μικρά τους όταν είχαν φτάσει το 1/3 το βάρος ενός ενήλικα. Αυτό στον άνθρωπο συμβαίνει περίπου στα 5-7 χρόνια.
5. Μια σύγκριση της ηλικίας αποθηλασμού και της ηλικίας σεξουαλικής ωριμότητας στα πρωτεύοντα θηλαστικά, έδειξε τον χρόνο αποθηλασμού στα 6-7 χρόνια για τον άνθρωπο (περίπου στα μισά της ηλικίας της σεξουαλικής ωρίμανσης).
6. Κάποιες μελέτες έδειξαν ότι το ανοσοποιητικό σύστημα του παιδιού ωριμάζει πλήρως γύρω στα 6 χρόνια της ζωής του και είναι επαρκώς τεκμηριωμένο το γεγονός ότι το μητρικό γάλα βοηθάει στην ωρίμανση του ανοσοποιητικού και το υποβοηθά με τα αντισώματα της μητέρας για όσο καιρό αυτή παράγει γάλα (μέχρι τα δύο χρόνια. Δεν έχει γίνει καμία μελέτη για την σύσταση του μητρικού γάλακτος μετά τα δύο έτη).

Άρα, η μικρότερη ηλικία φυσικού αποθηλασμού στον άνθρωπο φαίνεται να είναι τα 2,5 χρόνια και η μεγαλύτερη τα 7.

Όσον αφορά τα οφέλη του μακροχρόνιου θηλασμού, έχουν γίνει πολλές συγκριτικές μελέτες ανάμεσα σε μωρά που θηλάζουν και σε μωρά που τρέφονται με υποκατάστατο, όσον αφορά την συχνότητα κάποιων ασθενειών αλλά και τον δείκτη ευφυΐας. Σε κάθε περίπτωση, τα θηλάζοντα βρέφη είχαν μικρότερο κίνδυνο ασθενειών και υψηλότερο IQ απ’ ότι τα βρέφη που έπαιρναν υποκατάστατο. Στις μελέτες οι οποίες ξεχώριζαν τα θηλάζοντα βρέφη ανάλογα με το πόσο καιρό θήλασαν, τα βρέφη που θήλασαν περισσότερο καιρό είχαν ακόμα χαμηλότερο κίνδυνο για κάποιες ασθένειες και ακόμα υψηλότερο δείκτη ευφυΐας.

Με άλλα λόγια, αν οι κατηγορίες ήταν 0-6 μήνες θηλασμού, 6-12, 12-18, 18-24+, τα μωρά που θήλασαν από 18 έως 24+ μήνες είχαν τα καλύτερα αποτελέσματα, αυτά που θήλασαν 12 έως 18 μήνες είχαν τα αμέσως επόμενα καλύτερα αποτελέσματα, τα μωρά που θήλασαν 0-6 μήνες είχαν τα χειρότερα αποτελέσματα, αλλά και πάλι πολύ καλύτερα απ’ ότι τα μωρά που έπιναν υποκατάστατο.

Η έρευνα έδειξε τα παραπάνω αποτελέσματα για τις ασθένειες του γαστρεντερικού, του ανώτερου αναπνευστικού, την σκλήρυνση κατά πλάκας, τον διαβήτη, τις παθήσεις της καρδιάς, κλπ, κλπ. Παρόμοια, τα μωρά που θήλασαν περισσότερο είχαν τα καλύτερα αποτελέσματα στα τεστ ευφυΐας. Ένα σημαντικό σημείο που πρέπει να τονίσουμε είναι ότι καμία από αυτές τις μελέτες δεν μελέτησε παιδιά που θήλασαν περισσότερο από δύο χρόνια. Προφανώς, τα οφέλη συνεχίζουν και αργότερα, καθώς το σώμα μας δεν γνωρίζει ότι το μωρό μας είχε γενέθλια και δεν αρχίζει ξαφνικά να παράγει γάλα που δεν έχει κανένα όφελος.

Ωστόσο, κανείς ως τώρα δεν έχει αποδείξει ότι τα οφέλη του θηλασμού είτε συνεχίζονται είτε σταματούν μετά τα δύο χρόνια, γιατί δεν έχουν γίνει οι απαραίτητες μελέτες. Είναι ξεκάθαρο φυσικά ότι μετά τα δύο χρόνια το γάλα είναι μειωμένο και σίγουρα οι πρώτοι έξη μήνες θηλασμού είναι πολύ πιο σημαντικοί όσον αφορά τη διατροφή και την ανοσολογική ανάπτυξη του μωρού, απ’ ότι οι έξη μήνες από τα 3,5 ως τα 4 χρόνια. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσετε να θηλάζετε εάν ακόμα θέλει το μωρό σας κι εσάς δεν σας πειράζει.

Είναι ξεκάθαρο επίσης ότι τα μωρά στις δυτικές κοινωνίες δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσουν όλες αυτές τις ασθένειες και το μολυσμένο νερό που αντιμετωπίζουν τα μωρά στις χώρες του τρίτου κόσμου. Έχουμε υποκατάστατα τα οποία γενικά μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι είναι καθαρά και ασφαλή. Μπορούμε να εμβολιάσουμε τα παιδιά μας και να τους δώσουμε αντιβιοτικά όταν είναι απαραίτητο. Όμως το γεγονός ότι «μπορούμε» να κάνουμε όλα αυτά τα πράγματα, δεν σημαίνει ότι ο θηλασμός δεν είναι σημαντικός. Τα μωρά που θηλάζουν έχουν περισσότερα πλεονεκτήματα από τα μωρά που πίνουν υποκατάστατο, ακόμα και στο ασφαλές περιβάλλον που μεγαλώνουν, με την καλύτερη ιατρική περίθαλψη.

Μια άλλη διάσταση του θηλασμού ενός μεγαλύτερου παιδιού είναι ότι, μέσω της σχέσης που δημιουργεί ο θηλασμός, μπορούν να διατηρήσουν την συναισθηματική τους εξάρτηση από ένα άλλο πρόσωπο, αντί να ψάχνουν υποκατάστατα σε άλλα αντικείμενα όπως αρκουδάκια ή κουβερτούλες. Πιστεύω ότι αυτό θέτει τις βάσεις για μια ζωή περισσότερο ανθρωποκεντρική και λιγότερο υλιστική και νομίζω ότι αυτό είναι καλό πράγμα. Επίσης, δεν μπορώ να σκεφτώ τη ζωή ενός νηπίου, το οποίο είναι σε φάση μεγάλων αλλαγών, κάποιες από τις οποίες μπορούν να φέρουν μεγάλη αναστάτωση στον ψυχισμό του, χωρίς αυτή την στενή προσωπική επαφή που επιφέρει ο θηλασμός» (22).

Η διατροφή του βρέφους χωρίς αγελαδινό γάλα ή τυποποιημένες φόρμουλες γάλακτος μετά τον 4ο μήνα της ηλικίας του

Το πεπτικό σύστημα του βρέφους δεν είναι αρκετά ώριμο ώστε να ανεχθεί στερεές τροφές πριν τους τέσσερις μήνες, διότι ο πεπτικός σωλήνας είναι ακόμα πορώδης και μεγάλα μόρια πρωτεϊνών μπορούν να περάσουν μέσα από αυτόν προτού να χωνευθούν πλήρως. Αυτό μπορεί να διεγείρει μια ανοσοποιητική ανταπόκριση, διότι τροφή οπουδήποτε αλλού εκτός από τον πεπτικό σωλήνα αντιμετωπίζεται ως ξένος εισβολέας και αυτό μπορεί να συμβάλλει στην πρόκληση αλλεργίας. Έτσι για να μην έχει το παιδί σας αλλεργίες, φροντίστε να το θηλάζετε αποκλειστικά τουλάχιστον για τέσσερεις μήνες. Η φόρμουλα αγελαδινού γάλακτος είναι πιο αλλεργική από ό, τι το ανθρώπινο γάλα, διότι τα μόρια των πρωτεϊνών του είναι πολύ μεγαλύτερα.

Στην αρχή του απογαλακτισμού, δώστε στο μωρό σας τροφή που είναι πολύ εύκολη να χωνευθεί – μαγειρεμένα, πολτοποιημένα λαχανικά και φρούτα είναι καλά για αρχή. Όσο πιο μετά εισάγετε άλλες τροφές τόσο λιγότερη είναι η πιθανότητα πρόκλησης αλλεργικών αντιδράσεων.

Οι πρώτες τροφές του μωρού

Από τον 4ο-6ο μήνα
Λαχανικά, εκτός από ντομάτες, πατάτες, πιπεριές και μελιτζάνες
Φρούτα (εκτός από κίτρα)
Όσπρια
Καστανό ρύζι, κινόα, κεχρί και φαγόπυρο
Ψάρι
Από τον 9ο μήνα
Κρέας και πουλερικά
Καλαμπόκι
Βρώμη, κριθάρι, σίκαλη (αν και είναι προτιμότερο να αποφευχθούν τροφές που περιέχουν γλουτένη και να εισαχθούν αργότερα)
Γιαούρτι
Ντομάτες, πατάτες, πιπεριές και μελιτζάνες
Αυγά
Από τον 12ο μήνα
Κίτρα (όπως πορτοκάλι)
Σιτάρι (αν και είναι προτιμότερο να αποφευχθούν τροφές που περιέχουν γλουτένη και να εισαχθούν αργότερα)
Γαλακτοκομικά προϊόντα
Ξηροί καρποί και σπόροι (αλλά όχι φιστίκια).

Για να ξεκινήσετε, εισάγετε μόνο μια τροφή κάθε μέρα, και παρατηρήστε κάθε πιθανή αντίδραση. Αυτό θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε από έκζεμα, υπερβολική υπνηλία, καταρροή, μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια, υπερβολική δίψα, υπερδραστηριότητα ή ασθματική αναπνοή. Αν παρατηρήσετε κάτι ύποπτο, σταματήστε να δίνετε αυτή την τροφή και μετά εισάγετε μια άλλη, όταν η αντίδραση έχει σταματήσει. Μπορείτε να διπλοτσεκάρετε τις παρατηρήσεις σας λίγους μήνες αργότερα, όταν το πεπτικό σύστημα έχει ωριμάσει. Όταν έχετε καθιερώσει δίαιτα με μείγμα τροφών που δεν προκαλούν κάποια αντίδραση, είναι σημαντικό η δίαιτα του παιδιού σας να έχει ποικιλία, ιδιαίτερα με κοινές αλλεργιογόνες τροφές, όπως το σιτάρι, τα γαλακτοκομικά και τα κίτρα.

Όταν αρχίζετε τον απογαλακτισμό, το μωρό σας θα λαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των πρωτεϊνών, των λιπών και των υδατανθράκων που χρειάζεται από το μητρικό σας γάλα. Έτσι οι πρώτες τροφές του βρέφους σας πρέπει να είναι τροφές πλούσιες σε βιταμίνες και μέταλλα, και αυτές οι τροφές είναι τα λαχανικά και τα φρούτα. Να τρώει λαχανικά υψηλά σε σίδηρο, όπως το μπρόκολο και το σπανάκι. Αν ένα φρούτο ή λαχανικό μπορεί να φαγωθεί ωμό, τότε αφήστε το ωμό, όπως για παράδειγμα η μπανάνα, το αβοκάντο και το ώριμο αχλάδι. Διαφορετικά, ατμοβράστε τα ή βράστε σε φιλτραρισμένο νερό μέχρι να μαλακώσουν και μετά κάντε τα πουρέ με λίγο από το μαγειρεμένο νερό.

Πουρές λαχανικών: καρότο, μπρόκολο, γλυκοπατάτα, σπανάκι, κουνουπίδι, βολβός παντζαριού, αβοκάντο, πράσο, σέλινο και μάραθο.
Φρούτα: Μήλο, αχλάδι, βερίκοκα, ακτινίδιο, αποξηραμένα φρούτα (πάντα βραστά, ποτέ ωμά, όπως αποξηραμένα βερίκοκα, σύκα, δαμάσκηνα, και να είναι βιολογικά, είναι καλή πηγή σιδήρου).

Όταν φτάσετε στη φάση των συνδυασμών, μπορείτε να συνδυάσετε π.χ. καρότο, σπανάκι και κουνουπίδι, ή πράσο και γλυκοπατάτες ή αβοκάντο και μπανάνα ή μήλο και βερίκοκο. Έπειτα μπορείτε να αρχίσετε να προσθέτετε καστανό ρύζι, κεχρί, κινόα, φαγόπυρο ή πουρέ φακής – και δοκιμάστε πάλι αυτές τις τροφές μόνες τους, και όταν το μωρό σας δεν έχει κάποια αντίδραση, αναμείξτε τα με λαχανικά ή φρούτα. Για παράδειγμα, δοκιμάστε χυλό κεχριού και μπανάνας για πρωινό και καστανό ρύζι με καρότα και πράσα για γεύμα. Στο τέλος μπορείτε να προσθέσετε ψάρι και μετά από ένα διάστημα κρέας.

Μαγειρέψτε τα καλά και κάντε τα πουρέ, και όταν δείτε ότι το μωρό σας δεν αντιδρά σε αυτές τις τροφές, αναμείξτε τες με δημητριακά ή λαχανικά, και έτσι θα έχετε δημιουργήσει ένα ισορροπημένο γεύμα, για παράδειγμα ψάρι με γλυκοπατάτες και μπρόκολο. Το μωρό σας μπορεί να ζήσει και χωρίς αγελαδινό γάλα. Και θα είναι πολύ πιο υγιές και με λιγότερες αλλεργίες. Αποφύγετε να δώσετε στο μωρό σας γάλα σόγιας. Γάλα αμυγδάλου ή σουσαμιού μπορείτε να δώσετε στο παιδί σας μετά τον πρώτο χρόνο της ηλικίας του.

Καλό είναι να μουσκεύετε τα δημητριακά. Μπορείτε να δίνετε χυλό δημητριακών, εμποτισμένο 24 ώρες. Το μούλιασμα σε όξινο μέσο εξουδετερώνει τα φυτικά οξέα των δημητριακών (που συμβάλλουν σε δυσαπορρόφηση των μετάλλων από το έντερο) και αρχίζει τη διάσπαση των υδατανθράκων, επιτρέποντας έτσι στα παιδιά να επιτυγχάνουν την καλύτερη δυνατή θρέψη από τα δημητριακά. Μπορείτε να ρίξετε μέσα ως όξινο μέσο βουτυρόγαλο, γιαούρτι ή άλλο ζυμωμένο γαλακτοκομικό ή χυμό λεμονιού και ξύδι. Αυτό μπορείτε να το κάνετε και με τα όσπρια και να αρχίσετε σιγά σιγά και δημητριακά με γλουτένη, και αρχικά βρώμη ή κριθάρι, ώστε να συνηθίσει το παιδί και σε αυτού του είδους τα δημητριακά (αν και αυτό με τα δημητριακά γλουτένης μπορείτε να το κάνετε από το 2ο έτος της ηλικίας).

Προβιοτικά για ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος του παιδιού

Γύρω στα 2 κιλά του βάρους ενός ενήλικου σώματος προέρχεται από βακτήρια που ζουν στον πεπτικό σωλήνα. Αυτά τα βακτήρια είναι συνολικά γύρω στα 100 τρισεκατομμύρια – αυτό είναι περισσότερα από τον ολικό αριθμό των κυττάρων του σώματός σας. Αν και το μωρό σας γεννιέται με αποστειρωμένο έντερο, τα εντερικά βακτήρια αρχίζουν να κάνουν αποικίες αμέσως. Αν και δεν είναι όλα φιλικά, όσο το μωρό σας έχει αρκετά από τα υγιεινά βακτήρια, τότε τα κακά βακτήρια διατηρούνται σε έλεγχο και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν προβλήματα. Τα θετικά βακτήρια κάνουν τα εξής:

1. Παράγουν βιταμίνες, όπως Β1, Β2, Β3, Β5, Β6, Β12, βιοτίνη, Α και Κ.
2. Καταπολεμούν τις μολύνσεις και έχουν φανεί ότι μειώνουν κατά το ήμισυ τον χρόνο ανάρρωσης από διάρροια, αποτρέπουν την υπερανάπτυξη της σαλμονέλας και του E. coli (τα βακτήρια που είναι υπεύθυνα για πολλές περιπτώσεις διατροφικής δηλητηρίασης), το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού και του κάντιντα.
3. Ενισχύουν την ανοσία αυξάνοντας τον αριθμό των ανοσοκυττάρων.
4. Προάγουν άλλα καλά βακτήρια ενώ μειώνουν τα κακά βακτήρια. Η λήψη γαλακτοβάκιλου (Lactobacillus acidophilus) για παράδειγμα έχει φανεί ότι προάγουν το ωφέλιμο Bifidobacteria και εμποδίζουν τα μικρόβια που προκαλούν ασθένειες.
5. Είναι αντιαλλεργικά και έχουν φανεί ότι μειώνουν τις πιθανότητες για ανάπτυξη τροφικών αλλεργιών και μειώνουν τις φλεγμονώδεις αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αλλεργικών αντιδράσεων μειώνοντας την ανταπόκριση του εντέρου στις αλλεργιογόνες τροφές.

Τροφές που προάγουν τα υγιή βακτήρια

Γιαούρτι, τυρί cottage, κεφίρ
Ξινολάχανο και τουρσί λαχανικών
Σάλτσα σόγιας
Μια δίαιτα υψηλή σε φρούτα και λαχανικά, που είναι υψηλά σε φυτικές ίνες, ενθαρρύνουν τα υγιή βακτήρια. Αγοράστε ένα καλό προβιοτικό συμπλήρωμα κατάλληλο για βρέφη σε σταγόνες ή σκόνη.

DHA: Μια ουσία απαραίτητη για τον εγκέφαλο του μωρού σας

Το αγελαδινό γάλα έχει πολύ χαμηλό περιεχόμενο λινολεϊκού οξέος (LA), αλλά πιο ευνοϊκή αναλογία λινολεϊκού οξέος/άλφα-λινολενικού οξέος, κάτι που πιθανώς είναι ο λόγος γιατί τα επίπεδα του DHA (δοκοσαχεξαενοϊκού οξέος) φαίνονται να είναι ευνοϊκότερα στα βρέφη που πίνουν αγελαδινό γάλα σε σύγκριση με τα βρέφη που πίνουν βρεφική φόρμουλα στην οποία δεν έχει προστεθεί DHA. Έτσι διάφορες εταιρείες βρεφικών τροφών περνούν το εξής μήνυμα στους γονείς: «αντικαταστήστε το αγελαδινό γάλα με βρεφικές φόρμουλες, αλλά μη δίνετε στα παιδιά σας οποιεσδήποτε βρεφικές φόρμουλες, αλλά φόρμουλες σαν και τις δικές μας που είναι εμπλουτισμένες με DHA»! Αυτό που αυτές οι εταιρείες δεν λένε είναι ότι το βρέφος μπορεί να λάβει το DHA από το μητρικό γάλα και από τη διατροφή του.

Το DHA είναι ένας από τους δύο τύπους λιπαρών οξέων που περιέχονται στο ιχθυέλαιο. Το άλλο λιπαρό οξύ του ιχθυελαίου είναι το EPA. Συγκεκριμένα τα δύο λιπαρά οξέα DHA και AA (αραχιδονικό οξύ) είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος του μωρού. Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Development Medicine and Child Neurology, τα μωρά που λάμβαναν φόρμουλα στην οποία είχαν προστεθεί αυτά τα δύο λιπαρά οξέα, αργότερα σκόραραν κατά μέσο όρο 7 πόντους υψηλότερα στον δείκτη νοητικής ανάπτυξης. Επίσης μια καλή παροχή ωμέγα-3 λιπαρών οξέων ζωικής προέλευσης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μπορεί να αυξήσει την «εγκεφαλική δύναμη» του μωρού.

Το DHA είναι ιδιαίτερα πλούσιο στο μουρουνέλαιο. Σε μια μελέτη σε 300 γυναίκες στις οποίες δόθηκαν είτε μουρουνέλαιο είτε καλαμποκέλαιο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και τρεις μήνες μετά τη γέννηση, η νοημοσύνη των παιδιών τους εξετάστηκε όταν έφτασαν στην ηλικία των 4 χρονών. Τα παιδιά που γεννήθηκαν από μητέρες της ομάδας του μουρουνέλαιου σκόραραν υψηλότερα στα τεστ, που μετρούσαν τα προβλήματα επίλυσης προβλημάτων και τις ικανότητες επεξεργασίας πληροφοριών (23). Μια έλλειψη ωμέγα 3 λιπαρών οξέων μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμες μαθησιακές ανικανότητες (24).

Αυτός είναι ο λόγος που οι έγκυες γυναίκες πρέπει να τρώνε ψάρια και συμπληρώματα ιχθυελαίου ή συμπληρώματα DHA για τη σωστή ανάπτυξη του εμβρύου. Αλλά πώς θα λάβει το νεογνό μετά τη γέννησή του επαρκείς ποσότητες DHA; Από το γάλα της μητέρας. Η μητέρα και μετά τη γέννηση του παιδιού θα πρέπει να καταναλώνει τροφές υψηλές σε DHA. Το DHA θα περάσει στο μητρικό γάλα και έτσι θα το καταναλώσει το βρέφος. Οι μητέρες μπορούν επίσης να δίνουν μουρουνέλαιο στο μωρό τους. Μπορούν να δίνουν στο μωρό ένα τέταρτο του κουταλιού του γλυκού μουρουνέλαιο κάθε μέρα μέχρι τον 6ο μήνα και έπειτα μισή κουταλιά του γλυκού από τον 6ο μέχρι τον 12ο μήνα.

Αυτό μπορούν οι μητέρες να το προσθέσουν στο φαγητό του μωρού ή να τρίψουν με μουρουνέλαιο την κοιλίτσα του μωρού, διότι θα απορροφηθεί άμεσα στην κυκλοφορία του αίματος μέσα από το δέρμα. Αυτό θα προσφέρει επιπλέον βιταμίνη D, απαραίτητη για την υγιή ανάπτυξη των οστών. Είναι σημαντικό όμως να διαλέξετε μουρουνέλαιο καλής ποιότητας από αξιόπιστη εταιρεία, ώστε να μην περιέχει βαρέα μέταλλα. Επίσης από τον 4ο μήνα μπορεί να προστεθούν στη διατροφή του βρέφους λιπαρά ψάρια, όπως σολομός, σαρδέλα και γαύρος, που είναι πλούσια σε ωμέγα 3 λιπαρά οξέα. Άρα θεωρώ την άποψη της Nestle ότι πρέπει οι γυναίκες να πίνουν τις βρεφικές της φόρμουλες περισσότερο εμπορική εκστρατεία παρά επιστημονική θέση.

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Μάριου Δημόπουλου «Γάλα: Πόσο αθώο είναι;» – Εκδ. Κάδμος

Βιβλιογραφία

1. Jakobsson I., Lindberg T., Cow’s milk proteins cause infantile colic in breast-fed infants: a double-bind crossover study, Pediatrics, 71(2), 268-271, 1983
2. Mead N., Natural Health, July 1994
3. Host A., Cow’s milk protein allergy and intolerance in infancy. Some clinical, epidemiological and immunological aspects, Pediatric Allergy Research, 5, 6:5-36, 1994ad N., Natural Health, July 1994
4. Iacono J., et al., Intolerance of cow’s milk and chronic constipation in children, New England Journal of Medicine, 339(16), 1100-4, 1998
5. Willetts I.E., et al., Cow’s milk enteropathy: Surgical pitfalls, Journal of Pediatric Surgery, 34, 10:1486-1488, 1999
6. Martin J.M., et al., Milk proteins in the etiology of insulin-dependent diabetes mellitus (IDDM), Ann Med, 23(4):447-52, 1991
7. Karjalainen J., et al., A bovine albumin peptide as a possible trigger of insulin-dependent diabetes mellitus, N Engl J Med, 327(5):302-7, 1992
8. Pediatrics, 89, July 1992

*Ο Μάριος Δημόπουλος είναι διατροφολόγος με φυσικοπαθητική κατεύθυνση, μέλος του American Council of Applied Clinical Nutrition της American Association of Drugless Practitioners, της American Association of Nutritional Consultants, της Canadian Association of Natural Nutritional Practitioners και της Association for Natural Medicine in Europe. Είναι συγγραφέας και έχει συγγράψει μέχρι στιγμής 26 βιβλία περί διατροφικής και φυσικής ιατρικής.

Σχόλια Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.