Δήμος Φυλής: Τελετή αποκαλυπτηρίων Μνημείου Γενοκτονίας των Ποντίων 

0
164

Παρουσία του Δημάρχου Φυλής, Χρήστου Παππού, του Βουλευτού Θανάση Μπούρα και χοροστατούντος του Επισκόπου Ρωγών Δωροθέου, σε κλίμα έντονης συγκίνησης πραγματοποιήθηκαν τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου Γενοκτονίας των Ποντίων το απόγευμα του Σαββάτου 4 Μαΐου 2019.

Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στον αύλειο χώρο του κτιρίου όπου στεγάζεται ο Καλλιτεχνικός-Μορφωτικός Σύλλογος Ποντίων Φυλής «Η Τραπεζούντα», στην περιοχή «Πάρκο Πόλης» του Δήμου Φυλής.

Προηγήθηκε τρισάγιο, στο οποίο συμμετείχε και ο εφημέριος του Ιερού Ναού «Παναγία Κανάλα» Συμεών Αδάκτυλος, ενώ κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης έγινε κατάθεση στεφάνων, τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των πεσόντων και έγινε ανάκρουση του Εθνικού μας Ύμνου από την Φιλαρμονική του Δήμου Φυλής.

Το «παρών» έδωσαν, επίσης, ο πρώην Δήμαρχος Φυλής, Δημήτρης Μπουραΐμης πλήθος κόσμου, εκπρόσωποι θρησκευτικών, πολιτικών, αυτοδιοικητικών και πολιτιστικών φορέων.

Το Μνημείο δημιουργήθηκε ύστερα από ένα χρόνιο αίτημα του Συλλόγου Ποντίων «Η Τραπεζούντα», κατασκευάστηκε με δαπάνη του Δήμου Φυλής και αποτελεί ένα μνημείο το οποίο θα θυμίζει στις επόμενες γενιές ότι οι Πόντιοι είναι εδώ, δεν σιωπούν και διεκδικούν το δικαίωμα στη μνήμη και την αναγνώριση της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού και όλων των γενοκτονιών, ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Τα αποκαλυπτήρια του Μνημείου που κατασκευάστηκε από τον γλύπτη Γιάννη Μπάρδη, έκαναν ο Δήμαρχος Φυλής, Χρήστος Παππούς και ο Πρόεδρος του Συλλόγου Γιάννης Παπαδόπουλος.

Το χρονικό των γεγονότων της Ποντιακής Γενοκτονίας, από την οποία συμπληρώνονται, φέτος, εκατό χρόνια, εξέθεσε ο ιστορικός Βλάσης Αγτσίδης. Στην ομιλία του τόνισε ότι δεν έχουν ακόμα φωτιστεί σημαντικά γεγονότα για τη Γενοκτονία και τη Μικρασιατική Καταστροφή και πρόσθεσε ότι αποτελούν αντικείμενο έρευνας οι πραγματικές αιτίες τους.

Στο Μνημείο δεσπόζει το ορειχάλκινο άγαλμα που εικονίζει μια ξεριζωμένη Ποντιακή Οικογένεια. Το άγαλμα δένει αρμονικά με τέσσερις μαρμάρινες ανάγλυφες πλάκες που έχουν τοποθετηθεί στους δύο τοίχους του Μνημείου, ακριβώς πίσω του.

Οι ανάγλυφες πλάκες φέρουν παραστάσεις από την Ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού και συγκεκριμένα της Παναγίας Σουμελά, του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας και του χάρτη του Εύξεινου Πόντου, με τα τοπωνύμια του Ποντιακού Ελληνισμού. Το τέταρτο ανάγλυφο είναι αφιερωμένο στον Αϊ Γιώργη, στοιχείο που δένει το Μνημείο και τη Στέγη Ποντιακού Ελληνισμού με τον παρακείμενο Ναό Αγίου Γεωργίου.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, το Μνημείο, η Στέγη Ποντιακού Ελληνισμού και ο Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου θα αποτελέσουν ένα τρίπολο με ιδιαίτερο συμβολισμό για τους Ποντιακής Καταγωγής συνδημότες μας.

Εκπληκτικός «Πυρρίχιος» χορός καθήλωσε τους παρευρισκομένους

Σπουδαιότερος από τους χορούς του Πόντου είναι ο Πυρρίχιος (χορός της φωτιάς), που αποτελεί αρχαιοελληνική πολιτισμική κληρονομιά. Τον χόρεψαν οι Κουρήτες, οι Αθηναίοι στα Παναθήναια και οι Λάκωνες στα Διοσκούρεια. Οι Έλληνες του Πόντου τον διατηρούν ζωντανό έως τις μέρες μας.

Ο Πυρρίχιος είναι οπωσδήποτε πολεμικός χορός και χορεύεται με όπλα. Ο Αριστοφάνης (450-388 π.Χ) αναφέρει ότι αυτός ο χορός ήταν στρατιωτικός και ένοπλος, ο δε Πλάτων(427-347 π.Χ.) περιγράφει τον Πυρρίχιο ως πολεμικό χορό με φάσεις άμυνας και επίθεσης και με τους χορευτές παρατεταγμένους με τα όπλα τους σε στρατιωτική διάταξη.

Ο Όμηρος τον θεωρούσε ως ένα από τους σπουδαιότερους χορούς. Ο Πυρρίχιος χορός λέγεται και Σέρα, επειδή χορευόταν κυρίως κοντά στον ποταμό Σέρα της Τραπεζούντας.
ομιλία προέδρου
ομιλία Χρήστου Παππού

Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές και εκτοπισμούς εναντίον Ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η εκτόπιση, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και πορείες θανάτου στην έρημο. Υπολογίζεται ότι εξαιτίας των διωγμών έχασαν τη ζωή τους περίπου 100 ως 150 χιλιάδες άτομα. Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, στην Ελλάδα.

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών εμπεριέχουν πλήθος μαρτυριών για τη γενοκτονία που διαπράχθηκε κατά των Ποντίων κατοίκων της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η γενοκτονία πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες εις βάρος και άλλων πληθυσμών, δηλαδή των Αρμενίων και των Ασσυρίων, με αποτέλεσμα ορισμένοι ερευνητές να θεωρήσουν τις επιμέρους διώξεις ως τμήματα μιας ενιαίας γενοκτονικής πολιτικής εις βάρος των Ελλήνων ή, γενικότερα, των Χριστιανών της Μικράς Ασίας.

Κατόπιν εισήγησης του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994, και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο». Το 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου ως «ημέρα εθνικής μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Πέρα από το ελληνικό κράτος, ο διωγμός των Ποντίων αναγνωρίζεται επισήμως ως γενοκτονία από την Κύπρο, την Αρμενία, την Σουηδία, ορισμένες ομοσπονδιακές δημοκρατίες της Ρωσίας οκτώ πολιτείες των ΗΠΑ, τη βουλή της πολιτείας της Νότιας Αυστραλίας, την Αυστρία, την Ολλανδία, και από τη Διεθνή Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών.

Ιστορικό

Η διαδικασία εξόντωσης των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου διακρίνεται ιστορικά σε τρεις συνεχόμενες φάσεις: από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό στρατό (1914-1916), η δεύτερη τελειώνει με το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1916-1918) και η τελευταία ολοκληρώνεται με την εφαρμογή του Συμφώνου για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1918-1923).

Α’ και Β’ φάση

Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με την μορφή εκτοπίσεων το 1915. Η τουρκική ήττα κατά τον ρωσσο-τουρκικό πόλεμο στην περιοχή, στο Σαρικαμίς στην βόρεια περιοχή της Μικράς Ασίας το 1915, αποδόθηκε στους Έλληνες που υπηρετούσαν στον οθωμανικό στρατό. Ως συνέπεια αυτού, όλοι οι στρατολογημένοι Πόντιοι εξαναγκάστηκαν σε στρατολόγηση στα τάγματα εργασίας.

Έτσι δεν άργησαν να εκδηλώνονται κύματα λιποταξίας, με τον κόσμο να καταφεύγει στα βουνά. Μάλιστα στην επαρχία Κερασούντας, για αυτό τον λόγο, κάηκαν 88 χωριά ολοσχερώς μέσα σε τρεις μήνες. Οι Έλληνες της επαρχίας, περίπου 30.000, αναγκάστηκαν να διανύσουν, πεζοί, πορεία προς την Άγκυρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Αναπόφευκτα το ένα τέταρτο αυτών πέθαναν καθ’ οδόν.

Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν ακατάπαυστα και κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα στις αρχές του 1916. Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Σημειώθηκαν επίσης και εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικών.

Πόντιοι αντάρτες

Οι διώξεις προκάλεσαν τη δημιουργία θυλάκων αντίστασης από τους Πόντιους. Τελικά οι διώξεις εντάθηκαν με την έκδοση διατάγματος, τον Δεκέμβριο του 1916, που προέβλεπε την εξορία όλων των ανδρών από 18 ως 40 ετών και τη μεταφορά των γυναικόπαιδων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Η εφαρμογή αυτού του μέτρου ξεκίνησε από την Άνω Αμισό και στην Μπάφρα. Στην επαρχία Αμάσειας 72.375 Έλληνες, από τους συνολικά 136,768, εκτοπίστηκαν, από τους οποίους το 70% πέθανε από τις κακουχίες. Πολλοί Πόντιοι θέλησαν να αντισταθούν οργανώνοντας, στις ορεινές εκτάσεις του Πόντου, αντάρτικα εναντίον του τακτικού στρατού, όπως στη Σάντα.

Στον Άγιο Γεώργιο Πατλάμ της Κερασούντας είχαν συγκεντρωθεί 3.000 Έλληνες, οι οποίοι έγκλειστοι και σε συνθήκες ασιτίας από τις οθωμανικές αρχές, βρήκαν αργό θάνατο. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου εξορίστηκαν συνολικά 235.000 Πόντιοι, ενώ 80.000 μετανάστευσαν στη Ρωσία.

Ταυτόχρονα όμως, λιγότερο έντονες ήταν οι διώξεις που υπέστησαν, τότε, οι Έλληνες του ανατολικού Πόντου, στην περιοχή της Τραπεζούντας, κυρίως λόγω της ικανότητας του μητροπολίτη Χρύσανθου να συνδιαλλάσσεται με τις τοπικές αρχές, αλλά και από το γεγονός ότι από τον Απρίλιο του 1916 η περιοχή καταλήφθηκε από τον ρωσικό στρατό.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επίσκοπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων αυτών των πολιτικών ανήλθε, για εκείνο το διάστημα, σε 100.000 περίπου. Δεν έπαψαν και οι διαμαρτυρίες από Αυστριακούς και Αμερικανούς διπλωμάτες κατά της οθωμανικής κυβέρνησης.

Γ’ φάση

Ύστερα από την συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού στρατού από την περιοχή, εντάθηκαν οι διώξεις στην περιοχή. Με την άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ, τον Μάιο του 1919, στην περιοχή και την έξαρση του κινήματός του εντάθηκε η δράση ατάκτων ομάδων (τσετών) κατά των χριστιανικών πληθυσμών.

Στις 29 Μαΐου ο Κεμάλ ανέθεσε στον τσέτη Τοπάλ Οσμάν την επιχείρηση για τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων κατά του τοπικού πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής, κατοικημένα από ελληνικούς πληθυσμούς. Σχετικές αναφορές έχουν καταγραφεί από το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και από τον Αμερικανό πρέσβη Χένρυ Μοργκεντάου.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ, το 90% δολοφονήθηκε, ενώ από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος, συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα αποκαλούμενα «Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια, κατά τον Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, σημειώνονταν και εξαναγκαστικές αποσπάσεις νεαρών κοριτσιών και αγοριών από τις οικογένειές του, τα οποία δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων.

Πλήθος θυμάτων

Το ζήτημα του πλήθους των θυμάτων των διωγμών κατά τη δεκαετία που διήρκεσε ως και τη Μικρασιατική Καταστροφή απασχολεί μελετητές και ακτιβιστές που επιζητούν την αναγνώρισή των γεγονότων ως γενοκτονίας και συναρτάται με το ερώτημα του πλήθους των Ελλήνων που ζούσαν στη Μικρά Ασία την περίοδο έναρξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην περίπτωση του Πόντου, ο μελετητής και πρόσφυγας ο ίδιος Γεώργιος Βαλαβάνης καθιέρωσε το 1925 τον αριθμό των 353 χιλιάδων θυμάτων, τον οποίο εν συνεχεία αναπαρήγαγαν οι ακτιβιστές της ποντιακής γενοκτονίας με αποτέλεσμα να γίνει επίσημα αποδεκτός και να επαναλαμβάνεται σε όλες τις σχετικές τελετές μνήμης. Ο πολιτικός επιστήμονας Ρούντολφ Ράμμελ εκτιμά ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 326.000-382.000 Ελλήνων.

Τον αριθμό των 350.000 νεκρών στον Πόντο κατά την περίοδο της Αρμενικής γενοκτονίας, 1915-1923, επαναλαμβάνουν οι μελετητἐς γενοκτονιών Σάμιουελ Τότεν και Πωλ Μπάρτροπ. Όπως απέδειξε, ωστόσο, ο δημοσιογράφος Τάσος Κωστόπουλος, ο αριθμός αυτός του Βαλαβάνη προέκυψε με την αυθαίρετη πρόσθεση 50.000 στον αριθμό των 303.238 εκτοπισθέντων που ανέφερε ένα φυλλάδιο του 1922, οι οποίο παρουσιάζονταν όχι ως εκτοπισμένοι αλλά ως εξολοθρευθέντες. Ο Κωστόπουλος υπολογίζει σε περίπου 100-150.000 τους εξολοθρευθέντες την περίοδο 1912-1924 στον Πόντο.

Διεθνής αναγνώριση

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Επίσης, στο 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος».

Τον Δεκέμβριο 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με την γενοκτονία των Ασσυρίων, και εξέδωσε το εξής ψήφισμα:

«ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η άρνηση μιας γενοκτονίας αναγνωρίζεται παγκοίνως ως το έσχατο στάδιο γενοκτονίας, που εξασφαλίζει την ατιμωρησία για τους δράστες της γενοκτονίας, και ευαπόδεικτα προετοιμάζει το έδαφος για τις μελλοντικές γενοκτονίες,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Οθωμανική γενοκτονία εναντίον των μειονοτικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρουσιάζεται συνήθως ως γενοκτονία εναντίον μόνο των Αρμενίων, με λίγη αναγνώριση των ποιοτικά παρόμοιων γενοκτονιών, εναντίον άλλων χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι είναι πεποίθηση της Διεθνούς Ένωσης των Μελετητών Γενοκτονιών, ότι η Οθωμανική εκστρατεία εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας, μεταξύ των ετών 1914 και 1923, συνιστούν γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και των Ελλήνων της Ανατολίας.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ η Ένωση να ζητήσει από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες εναντίον αυτών των πληθυσμών, να ζητήσει επίσημα συγγνώμη, και να λάβει τα κατάλληλα και σημαντικά μέτρα προς την αποκατάσταση (μη επανάληψη)».

Η γενοκτονία των Ποντίων είναι αναγνωρισμένη ως τέτοια επισήμως από τέσσερα κράτη, την Ελλάδα με νόμο του 1994 (N. 2193/1994), τη Σουηδία με υπερψήφιση στο Σουηδικό κοινοβούλιο στις 11 Μαρτίου 2010, την Αρμενία τον Μάρτιο του 2015, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων και την Ολλανδία, μαζί με τη γενοκτονία των Αρμενίων και Ασσυρίων, στις 9 Απριλίου 2015.

Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ότι υπήρξε γενοκτονία και αποδίδει τους θανάτους σε απώλειες πολέμου, σε λοιμό και σε ασθένειες και δεν παραδέχεται ότι υπήρξε γενοκτονία. Ωστόσο. Τούρκοι επιστήμονες έχουν δημοσίως χαρακτηρίσει τα γεγονότα ως γενοκτονία

Αναμνηστική πλάκα της Ποντιακής Αδελφότητας Νοτίου Αυστραλίας για τους εξολοθρευθέντες Ποντίους στην Αδελαΐδα της Αυστραλίας.

Πηγή

Σχόλια Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.