Ο λαός «μίλησε» με… αποχή και η δικαιοσύνη έχει τώρα το λόγο

0
63
Το υπάρχον πολιτικό σύστημα έμεινε από ...καύσιμα

Επιμέλεια: Φάνης Κυριόπουλος

Η δεύτερη Κυριακή των Αυτοδιοικητικών Εκλογών έχει ένα και μόνον νόημα. Να εξασφαλιστεί πάση θυσία αυτό, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν εξασφαλίζεται στην πρώτη Κυριακή. Να εξασφαλιστεί η απόλυτη πλειοψηφία, προκειμένου να προκύψουν αδιαμφισβήτητοι νικητές των εκλογών. Ο λόγος γι’ αυτήν την «απαίτηση» είναι απλός. Η εξουσία, την οποία διαχειρίζονται οι τοπικοί άρχοντες, είναι προσωποκεντρική και ως εκ τούτου απαιτείται για τη λήψη της η απόλυτη πλειοψηφία. Οι πολίτες ψηφίζουν για Περιφερειάρχη και όχι για περιφερειακή «κυβέρνηση». Οι πολίτες ψηφίζουν για Δήμαρχο και όχι για δημοτική «κυβέρνηση».

Ο νόμος δίνει «εντολή» σχηματισμού κυβερνητικού «σχήματος» αποκλειστικά στον πρώτο των εκλογών και σε κανέναν άλλο. Δεν αναζητάται ένα 50+1% κάποιου εκλεγμένου σώματος, είτε αυτοδύναμο είτε μέσα από συνεργασίες. Δεν συναλλάσσονται μεταξύ τους οι επικεφαλής των περιφερειακών ή των δημοτικών συνδυασμών, ώστε, μέσω συνεργασιών, να εξασφαλίσουν ένα διοικητικό «σχήμα» με την έμμεση «προβολή» μιας απόλυτης πλειοψηφίας. Στις εκλογές αυτές υπάρχει «άρχων» ΝΙΚΗΤΗΣ και ως τέτοιος πρέπει μέσα στα πλαίσια της Δημοκρατίας να εκφράζει την απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος.

Ως εκ τούτου, για να λειτουργήσει σχεδιασμός των αυτοδιοικητικών εκλογών μέσα στα πλαίσια της δημοκρατικής λογικής, απαιτείται ο εκλεγμένος «άρχων» να είναι ο εκλεκτός της απόλυτης πλειοψηφίας των πολιτών και όχι ο εκλεκτός του 50+1% όσων «έτυχε» να περνάνε από τα εκλογικά κέντρα …Ο εκλεκτός της μάνας του, του μπατζανάκη του και μερικών κουμπάρων του. Επειδή η απόλυτη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν καθίσταται πάντα δυνατή, ο νομοθέτης δέχεται ως τέτοια την πλειοψηφία αυτού του σώματος στο επίπεδο της συμμετοχής στη διαδικασία.

Δεν απαιτεί, δηλαδή, ο νέος τοπικός άρχων να έχει το 50+1% των ψήφων του συνόλου του εκλογικού σώματος, όπως θα ήταν το ιδανικό, αλλά απαιτεί να έχει συμμετάσχει στη διαδικασία το 50+1% των ψηφοφόρων. Δεν σου λέει ο νομοθέτης ότι, για να σε αναγνωρίσω, «θέλω» να έχεις πάρει τουλάχιστον τις μισές ψήφους – όπως είναι το σωστό – αλλά απαιτεί να συμμετέχουν τουλάχιστον οι μισοί συν ένας στη διαδικασία. Άρα, το ελάχιστο προαπαιτούμενο είναι μια ελάχιστη συμμετοχή. Τουλάχιστον να συμμετέχουν οι μισοί.

Μια ελάχιστη συμμετοχή, η οποία θα νομιμοποιεί έστω και οριακά το αποτέλεσμα.

Μια συμμετοχή, η οποία, όταν δεν εξασφαλίζεται, θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την εκλογική διαδικασία και βέβαια το αποτέλεσμά της.

Μια συμμετοχή, η οποία, όταν δεν εξασφαλίζεται, θέτει θέμα δημοκρατικής νομιμότητας και ως εκ τούτου δικαιολογεί επανάληψη της διαδικασίας έως ότου εξασφαλιστεί αυτή η νομιμότητα.

Απλά πράγματα …

Αυτό, το οποίο λέμε, δεν είναι κάτι το πρωτοφανές. Όπου υπάρχει εκλογική διαδικασία, στην οποία αποζητείται το 50+1% των ψήφων, πάντα υπάρχει ένα ελάχιστο όριο συμμετοχής. Είτε αυτές είναι δημοτικές εκλογές στην Ελλάδα είτε προεδρικές εκλογές σε κάποιο κράτος, το οποίο έχει Προεδρική και όχι Προεδρευόμενη Δημοκρατία.

Στη Γιουγκοσλαβία, για παράδειγμα, είχαν ακυρωθεί οι προεδρικές εκλογές, οι οποίες διεξήχθησαν στις 16/10/2002, λόγω χαμηλής συμμετοχής των πολιτών σ’ αυτές. Συμμετείχε το 45,5% των πολιτών, ενώ απαιτούνταν μια ελάχιστη συμμετοχή του 50% των πολιτών. Συνεπώς η Εκλογική Επιτροπή ακύρωσε τα αποτελέσματα. Τα ακύρωσε, γιατί δεν νομιμοποιούνταν δημοκρατικά εκλεγμένος Πρόεδρος ν’ αντιπροσωπεύει τη μειοψηφία των πολιτών.

Η ένσταση του Κοστούνιτσα δεν είχε καμία τύχη και αυτό, το οποίο συζητήθηκε στο Κοινοβούλιο της χώρας, ήταν ενδεχόμενη αλλαγή του εκλογικού νόμου και όχι η ίδια η ένσταση.

Κάτι ανάλογο συνέβη και στην Ελλάδα στις τελευταίες αυτοδιοικητικές εκλογές. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις το εκλογικό αποτέλεσμα είναι άκυρο, εφόσον οι εκλογικές διαδικασίες, λόγω της χαμηλής συμμετοχής, είναι στην πραγματικότητα άκυρες. Με αυτήν την ελάχιστη συμμετοχή του εκλογικού σώματος θεωρούνται ως μη γενόμενες. Με μια αποχή, η οποία στο γενικό επίπεδο ξεπέρασε το 54%, δεν είναι δυνατόν να είναι νόμιμες οι διαδικασίες στο γενικό επίπεδο της εκλογικής διαδικασίας. Αυτό σε άλλη περίπτωση θα είχε ελάχιστη σημασία, εφόσον τα αποτελέσματα των τοπικών εκλογών είναι ειδικά και όχι γενικά. Συνήθως το γενικό της συμμετοχής ή της αποχής στις Περιφερειακές και Δημοτικές εκλογές έχει μόνον «στατιστικό» χαρακτήρα …Ενδεικτικό της κατάστασης και του πολιτικού «κλίματος» είναι. Δεν ψηφίζεις Αρχιπεριφερειάρχη ή Αρχιδήμαρχο, για να έχει κάποιο άλλο ιδιαίτερο νόημα ή συνέπειες.

Σήμερα όμως αυτό δεν ισχύει. Σήμερα αποκτά ιδιαίτερο νόημα η γενική συμμετοχή ή αποχή, αν σκεφτεί κάποιος ότι αυτές οι εκλογές ήταν οι πρώτες εκλογές του «Καλλικράτη». Ως εκ τούτου μπορεί να μην υπάρχει πρόβλημα σ’ ό,τι αφορά κάποιο πρόσωπο στο γενικό επίπεδο, αλλά υπάρχει πολιτικό πρόβλημα στο ίδιο επίπεδο. Ο λαός με την πράξη του στην πραγματικότητα «αμφισβήτησε» τον Καλλικράτη. Δεν συμμετείχε στις διαδικασίες, οι οποίες όμως είναι απαραίτητες για να λειτουργήσει ο «Καλλικρατικός» σχεδιασμός. Υπάρχει μεταβίβαση σοβαρών αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση και είναι απαραίτητη η συμμετοχή των πολιτών, προκειμένου να μην δημιουργηθεί ζήτημα νομιμότητας. Δεν είναι δυνατόν, εξαιτίας του «Καλλικράτη», να δίνονται νέες αυξημένες και εξίσου αποκλειστικές «εντολές» σε τοπικούς άρχοντες και αυτοί να μην έχουν τη νομιμοποίηση της πλειοψηφίας. Δεν είναι δυνατόν να διαχειρίζονται «άρχοντες» εθνικούς φόρους τύπου ΦΠΑ ή εθνικό κεφάλαιο και να έχουν τη νομιμοποίηση μερικών ψήφων, που τους καθιστούν ασήμαντα «διακοσμητικά» πολιτικά στοιχεία.

Κανένας δεν μπορεί να διαχειριστεί πελοποννησιακούς φόρους και κεφάλαιο στο όνομα των Πελοποννησίων, αν δεν έχει την «έγκριση» της πλειοψηφίας τους.

Κανένας δεν μπορεί να παραστήσει τον δημοτικό «άρχοντα» της Πρωτεύουσας, αν δεν φέρει το ανάλογο «φορτίο» ψήφων, που να του επιτρέπει να περιφέρεται ως «άρχων» στις «γειτονιές» της. Αυτό λέει η λογική, αλλά το ίδιο λέει και ο νόμος. Η μεγάλη ΑΠΟΧΗ δημιουργεί πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση, εφόσον ο κόσμος σε ποσοστό 54% απέρριψε τον «Καλλικράτη». Ένα 54%, το οποίο γίνεται εύκολα 64%, αν σκεφτεί κάποιος τα απαξιωτικά λευκά και τα επιδεικτικά προσβλητικά άκυρα.

Αυτό δεν το λέμε εμείς, επειδή είμαστε εχθρικοί με τον «Καλλικράτη». Αυτό το είπε και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός στις προεκλογικές ομιλίες του. Το είπε, γνωρίζοντας την «τομή» που προσπάθησε να προκαλέσει στον διοικητικό χάρτη της χώρας. Εκ των δεδομένων λοιπόν αυτές οι εκλογές ήταν ένα δημοψήφισμα για τον Καλλικράτη. Αναγκαστικά. Στο γενικό επίπεδο «κρινόταν» ο «Καλλικράτης» και στο ειδικό οι τοπικοί «άρχοντες». Το δημοψήφισμα έγινε και ο κόσμος τον απέρριψε.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα, για να καταλάβει κάποιος τι σημαίνει άκυρο αποτέλεσμα, το οποίο είναι πέρα για πέρα αμφισβητήσιμο. Στον Δήμο της Πρωτεύουσας της χώρας με εγγεγραμμένους 487.769 δημότες, ψήφισαν 166.929 ήτοι 34,22 %. Τι είδους δημοτικός «άρχων» είναι κάποιος, τον οποίον ψήφισαν 77.074 δημότες, ήτοι το 15,80%; Δεν χρειάζεται καν να γνωρίζει κάποιος μαθηματικά, για να καταλάβει ότι υπάρχει πρόβλημα νομιμότητας. Με 77 χιλιάδες ψήφους ούτε δήμαρχος Κοζάνης δεν μπορείς να γίνεις. Πόσο μάλλον δήμαρχος μιας προβληματικής μεγαλούπολης, η οποία είναι ταυτόχρονα και η Πρωτεύουσα της Ελλάδας και μια από τις πιο ιστορικές πόλεις του Πλανήτη.

Τα ανάλογα ισχύουν και στην συμπρωτεύουσα. Με εγγεγραμμένους 247.637 δημότες, ψήφισαν 113.745, ήτοι 45,93 %. Τι είδους δημοτικός «άρχων» είναι κάποιος, τον οποίον ψήφισαν 52.174 δημότες, ήτοι το 21%; Δηλαδή, αν ήταν υποψήφιος δήμαρχος Φλώρινας, πόσες ψήφους θα έπαιρνε; Τις ψήφους της μάνας του και μερικών συγγενών πρώτου βαθμού;

Τα αντίστοιχα προβλήματα έχουμε και στο επίπεδο των Περιφερειών. Θα ξεκινήσουμε από την Περιφέρεια της Αττικής. Τη σημαντικότερη περιφέρεια της χώρας. Την περιφέρεια, η οποία πληθυσμιακά αντιπροσωπεύει τη «μισή» σχεδόν Ελλάδα. Επί συνόλου 2.785.480 ψήφισαν 1.178.899, ήτοι το 42,32 % των ψηφοφόρων. Ο «άρχων» της Αττικής έλαβε 522.838 χιλιάδες ψήφους. Αυτό το ισχνό και αδύναμο ποσοστό αντιπροσωπεύουν οι ψηφοφόροι του για το σύνολο της Αττικής. Τον ψήφισαν όσοι περίπου είναι οι δημότες του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος ανήκει στην Περιφέρεια Αττικής. Περιφερειάρχης στη «μισή» Ελλάδα έγινε κάποιος, ο οποίος πήρε ψήφους, τις οποίες θα μπορούσε να πάρει ένας δημοφιλής υποψήφιος δήμαρχος για τον Δήμο Αθηναίων …Υποψήφιος μέχρι την Κατεχάκη …Ούτε ένα μέτρο προς το Ψυχικό.

Τα ανάλογα «αντικαλλικρατικά» έγιναν και στην περιφέρεια. Από τις λίγες φορές που το εκλογικό σώμα έδειξε την ίδια συμπεριφορά στο σύνολο της επικράτειας.

Για παράδειγμα, στην Περιφέρεια της Πελοποννήσου. Στην ιστορική Περιφέρεια της «γενέτειρας» του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Με ένα εκλογικό σώμα 709.390 Πελοποννησίων, ψήφισαν 322.299, ήτοι 45,43%. Τι είδους Περιφερειάρχης Πελοποννήσου είναι κάποιος, τον οποίο τον ψήφισαν 156.960 νοματαίοι; Υπάρχουν δήμοι της Πελοποννήσου, οι οποίοι έχουν πιο πολλούς ψηφοφόρους από αυτούς. Αν αυτά συμβαίνουν στην πολύ «κεντρική» Πελοπόννησο, τα ίδια συμβαίνουν και στην «απομονωμένη» περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας. Και σ’ αυτήν την περίπτωση είχαμε την ίδια συμπεριφορά των ψηφοφόρων και βέβαια τα ανάλογα προβλήματα.

Με ένα εκλογικό σώμα 355.706 πολιτών, συμμετείχαν στην ψηφοφορία 167.247 ήτοι 47,02%. «Άρχων» της Περιφέρειας της Δυτικής Μακεδονίας αναδείχθηκε κάποιος, ο οποίος έλαβε 79.216 ψήφους, ήτοι 22,27%. Με τόσες ψήφους ούτε δήμαρχος επαρχιακής πόλης δεν μπορείς να γίνεις. Πόσο νόμιμος είναι ένας Περιφερειάρχης με αυτού του είδους τη δημοκρατική «νομιμοποίηση»;

Στο όνομα ποιών μπορεί να μιλά και το μέλλον ποιών έχει δικαίωμα να επηρεάζει με τις αποφάσεις του; Για λογαριασμό ποιων νομιμοποιείται ν’ αναζητήσει ή να υπογράψει ένα τραπεζικό δάνειο; Με την εξουσία ποιων μπορεί να υπογράψει μια πράξη ιδιωτικοποίησης δημοσίου κεφαλαίου ή απαλλοτρίωσης ιδιωτικού κεφαλαίου;

Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει μεγάλο πρόβλημα νομιμοποίησης των αποτελεσμάτων των τελευταίων αυτοδιοικητικών εκλογών. Νομικά υπάρχει δυνατότητα, για όσους θίγονται από τα αποτελέσματα, να καταθέσουν ενστάσεις εναντίον των αντιπάλων τους. Οι ηττημένοι μπορούν άνετα να καταθέσουν ενστάσεις νομιμότητας. Γιατί δεν το κάνουν; Γιατί αυτό είναι το παιχνίδι του δικομματισμού. Δεν το κάνουν, για να μη χαλά η «πιάτσα». Δέχονται την παράνομη «ζημιά», γιατί διεκδικούν και το παράνομο «κέρδος». Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να μην κερδίζει ο λαός, η δημοκρατία και η νομιμότητα. Απλά και εδώ πράγματα.

Πώς θα αμφισβητήσει η «χαμένη» ΝΔ τη νομιμότητα του Καμίνη ή του Μπουτάρη, όταν η ίδια «πανηγυρίζει» ξέφρενα τη «νίκη» του Μιχαλολιάκου στον Πειραιά; Τη «νίκη» κάποιου, ο οποίος πήρε 26.740 ψήφους από ένα εκλογικό σώμα 162.195 πολιτών …Κάποιου, ο οποίος έγινε «άρχων» του Μεγάλου Λιμανιού με το 16% των Πειραιωτών, οι οποίοι συμμετείχαν στις εκλογές σε ποσοστό 35,70%. Με 26.740 ψήφους έγινε κάποιος «άρχων» του τρίτου μεγαλύτερου Δήμου της χώρας. Με 26.740 ψήφους έγινε κάποιος «ΔημΑΡΧΟΣ» Πειραιά. Μπορεί να το διανοηθεί κάποιος αυτό; Μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει δημοκρατική «ανωμαλία»; Το ίδιο έγινε σε όλα τα επίπεδα. Πώς θα αμφισβητήσει η ΝΔ τη «νίκη» του Τατούλη, όταν η ίδια πανηγυρίζει τη «νίκη»

των Ιονίων Νήσων; «Νίκη» με 43.330 ταπεινές ψήφους επί συνόλου 236.508 εγγεγραμμένων; «Νίκη», με μια αποχή που πλησιάζει το 60%;

«Παιχνίδια» δικομματισμού…

Κατάλαβε ο αναγνώστης τα παιχνίδια του δικομματισμού; Αυτούς δεν τους ενδιαφέρει η Δημοκρατία, παρά μόνον η «μοιρασιά», η οποία προκύπτει από τις δήθεν δημοκρατικές διαδικασίες; Είναι θέατρο η δήθεν «χαρά» των νικητών και η δήθεν «θλίψη» των νικημένων. Κάποιοι δέχονται να παριστάνουν τους χαμένους, για να νομιμοποιούν κερδισμένους. Αναγνωρίζουν «νόμιμες» ζημιές για ν’ αποκτήσουν «νόμιμα» κέρδη.

Όλοι αυτοί έχουν δρομολογήσει ένα «παιχνίδι», για να μπορούν να μοιράζονται την τοπική αυτοδιοίκηση εις βάρος των τοπικών κοινωνιών. Για να μπορούν από την Ιπποκράτους και τη Ρηγίλλης να «καπελώνουν» και άρα να εξοντώνουν τα ικανά παιδιά, που γεννούν διαρκώς οι κοινωνίες και οι γειτονιές τους και να τους φορτώνουν τους «ευνούχους» των κομματικών «σωλήνων».

Κατάλαβε ο αναγνώστης τον λόγο που τα κόμματα, τα οποία θεωρητικά θίγονται από τα σημερινά αποτελέσματα άκυρων εκλογικών διαδικασιών, δεν κινούνται νομικά να «βρουν» το δίκιο τους;

Κατάλαβε ο αναγνώστης πως η αποχή «άδειασε» τα «μαγαζιά» του δικομματισμού και αργά ή γρήγορα θα τα φέρει αντιμέτωπα με τον Νόμο και το Σύνταγμα;

Ακόμα κι αν δεν υπάρξουν άμεσες εξελίξεις, η ίδια η καθημερινότητα θα οδηγήσει τα κόμματα στη περαιτέρω φθορά. Ήδη ο «Καλλικράτης» ξεκίνησε με προβλήματα νομιμότητας. Ακόμα δεν ξεκίνησε και τίθεται υπό αμφισβήτηση η δυνατότητά του να επιβιώσει. «Πέθανε» πάνω στη «γέννα».

Η αποχή αποκάλυψε αυτό, το οποίο τρόμαζε τον Πρωθυπουργό, τον Πάγκαλο και τους λοιπούς δημοκράτες, όταν «πίεζαν» τους πολίτες, προκειμένου αυτοί να συμμετάσχουν…

Τους πολίτες, οι οποίοι με τη στάση τους δεν αμφισβήτησαν τη Δημοκρατία, αλλά εξέθεσαν πολλούς «δημοκράτες» της στην κοινή θέα…

Τους πολίτες, οι οποίοι δεν δέχθηκαν τα ψευδοδιλλήματα και τους εκβιασμούς του δικομματισμού…

Το αποτέλεσμα είναι αυτό, το οποίο βλέπουμε. Υπάρχει πλέον μείζον πολιτικό αλλά και νομικό πρόβλημα. Άδειασαν τα πολιτικά «μαγαζιά» από τον κόσμο και τώρα θα πρέπει να πληρώσουν το τίμημα. Το τίμημα της άθλιας μεταπολίτευσης. Το τίμημα της προδοσίας του ΔΝΤ. Το τίμημα του ξεπουλήματος της δημόσιας περιουσίας. Το τίμημα της λεηλασίας των ασφαλιστικών ταμείων. Ο κόσμος εγκατέλειψε τα κόμματα και τώρα τούς στέλνει τον «λογαριασμό»…

Η… Δικαιοσύνη

Τώρα πλέον η Δικαιοσύνη είναι αυτή, που έχει τον λόγο. Η Δικαιοσύνη, η οποία θα πρέπει ν’ αποδείξει ότι αποτελεί τον βασικό θεματοφύλακα της νομιμότητας σ’ αυτήν τη χώρα.

Αν δεν κινηθεί αυτεπάγγελτα, όπως επιβάλει η συνταγματική νομιμότητα, θα πρέπει να «συρθεί» από τους πολίτες. Από τη στιγμή που η Δικαιοσύνη θα αρνηθεί να δράσει αυτεπάγγελτα, όπως ορίζει το καθήκον της, θα κληθεί να «εργαστεί», όπως ορίζει η επαγγελματική της ιδιότητα. Αν αρνηθεί να προστατεύσει τον πολίτη ως το υπέρτατο καθήκον της, θα κληθεί από τον ίδιο να το κάνει ως το βασικό εργασιακό της αντικείμενο.

Νομικά υπάρχει δυνατότητα για τον κάθε πολίτη να καταθέσει ένσταση νομιμότητας απέναντι στον οποιονδήποτε εμφανίζεται σαν εκλεγμένος «άρχων», τη στιγμή που αυτός δεν νομιμοποιείται να φέρει αυτόν τον τίτλο. Ο οποιοσδήποτε πολίτης θίγεται από μια απόφαση των τοπικών αρχόντων, μπορεί ν’ αμφισβητήσει τη νομιμότητά τους.

Μπορεί ένας πολίτης ή ομάδες πολιτών να κάνουν καταγγελίες εις βάρος ανθρώπων, οι οποίοι παριστάνουν τους δημάρχους ή τους Περιφερειάρχες, χωρίς να είναι νόμιμη η εκλογή τους. Μπορεί ο Καμίνης, ο Μπουτάρης ή ο Μιχαλολιάκος να κατηγορηθούν για παράνομη κατάληψη δημοσίων θέσεων. Μπορούν να κατηγορηθούν σε βαθμό κακουργήματος με βάση τον μισθό που προβλέπεται για τις θέσεις αυτές στο σύνολο του χρόνου που προβλέπει η θητεία των νόμιμων κατόχων τους.

Τα ίδια μπορούν να γίνουν και για τους Περιφερειάρχες της συνταγματικής παρανομίας. Δεν δικαιούνται ούτε να μιλάνε ούτε ν’ αποφασίζουν στο όνομα των υποτιθέμενων «εντολέων» τους. Δεν υπάρχουν τέτοιοι «εντολείς». Δεν συμμετείχαν οι πολίτες στη διαδικασία που παράγει «εντολές». Από την κομματική «σημαία» πήραν οι περισσότεροι Περιφερειάρχες την «εντολή».

Έτσι, για να καταλάβει κάποιος πόσο «γυμνή» νομοθετικά είναι η ραγκουσοθέση του Περιφερειάρχη.

Άκυρα είναι τα αποτελέσματα στις εξής περιφέρειες:

Αττικής, Δυτικής Μακεδονίας, Ιονίων Νήσων, Δυτικής Ελλάδας, Πελοποννήσου, Βορείου Αιγαίου

Άκυρα είναι και τα αποτελέσματα στους τρεις μεγαλύτερους Δήμους της χώρας.

Να συμπληρώσουμε βεβαίως ότι δυστυχώς για τον γνωστό «δημοκράτη» Πάγκαλο η γυναίκα του έχασε εντελώς νόμιμα. Εκεί η συμμετοχή άγγιζε το «άριστο».

Πηγή: Άρθρο του Παναγιώτη Τραϊανού

Σχόλια Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.