ΤοΤατόι από την αρχαιότητα έως την… καταστροφή του: Ιστορική Αναδρομή από τον Κώστα M. Σταματόπουλο (μέρος 1ο)

0
32

Ευρισκόμενο στις νοτιοανατολικές υπώρειες της Πάρνηθας, το Τατόι καλύπτει, κατά προσέγγιση, την επικράτεια του αρχαίου δήμου Δεκέλεια, γνωστού τόσο από αρχαιολογικά ευρήματα – ορισμένα από τα οποία εκτίθενται σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο – όσο και από ένα από τα τελευταία επεισόδια του Πελοποννησιακού πολέμου, το οποίο αφηγείται ο Θουκυδίδης (Ζ27 3), γράφοντας ότι οι Λακεδαιμόνιοι, υπό τον βασιλέα Άγι, προκειμένου να αποκλείσουν αποτελεσματικότερα την Αθήνα, οχύρωσαν το καλοκαίρι του 413πΧ την Δεκέλεια.

Επέλεξαν δε, διόλου τυχαία, την κορυφή ενός λόφου, από την οποία το βλέμμα αγκαλιάζει το σύνολο του λεκανοπεδίου έως την θάλασσα, μέρος της πεδιάδας των Μεσογείων, μέρος του Θριασείου πεδίου και της Σαλαμίνας, καθώς και μία από τις κύριες προσβάσεις προς την Βοιωτία και την Εύβοια. Κάποια κατάλοιπα των αρχαίων οχυρώσεων που σώζονται προσέδωσαν στο ύψωμα αυτό το νεώτερο όνομά του: Παλαιόκαστρο. Στο Κατσιμίδι, σώζεται η βάση μιας φρυκτωρίας του Δ΄αιώνα πΧ.

Ακολουθούν ατελείωτοι αιώνες απόλυτης αφάνειας μοναδικό σωζόμενο ίχνος των οποίων είναι ο μυστηριώδης Παλαιόπυργος, που κτίσθηκε περί το 1600, στην δυτική πλαγιά της Κιαφαθέρμης. Χάρτες του δεύτερου ημίσεως του 19ου αιώνα (Muenter, Kaupert) σημειώνουν την ύπαρξη κάποιων ερειπωμένων εξωκκλησίων, πρόχειρων νερόμυλων, ασβεστοκάμινων, καθώς και χαλάσματα μκροσκοπικών οικισμών. Τα τοπωνύμια είναι από καιρό σχεδόν όλα αρβανίτικα, δηλωτικά μαζικής εποίκισης και παρουσίας αλβανοφώνων.

Από την αρχαιότητα διασχίζει σταθερά την περιοχή ο δρόμος προς και από την Χαλκίδα. Στα άμεσα προεπαναστατικά χρόνια ο δρόμος αυτός χώριζε, δυτικά (= προς την Πάρνηθα) το τσιφλίκι Τατόι, από τα τσιφλίκια Λιόπεσι και Μαχούνια που ήσαν ανατολικά του. Τα τελευταία αποτελούσαν τιμάριο της οικογένειας του μουφτή των Αθηνών, ενώ το Τατόι, ανήκε στον Ομέρ αγά (μετέπειτα πασά) της Καρύστου.

Κατά την απελευθέρωση, το μεν τσιφλίκι Τατόι θα περιέλθει στον φαναριώτη Αλέξανδρο Καντακουζηνό, τα δε κτήματα Λιόπεσι και Μαχούνια, αρχικώς σε κάποιον Γεώργιο Λεβέντη και εν συνεχεία, στα 1842, στον φαναριώτη Σκαρλάτο Σούτσο.

Από τα 1838, ο Σούτσος είναι σύζυγος της κόρης του Καντακουζηνού Ελπίδας. Έτσι το 1842, τα τρία αρχικά τσιφλίκια ενοποιούνται σε μια νέα ιδιοκτησιακή ενότητα με το όνομα: Τατόι. Οι Σούτσοι κατέχουν εκτεταμένες ιδιοκτησίες στην ευρύτερη περιοχή, συνολικής εκτάσεως περί τα 150.000 στρέμματα.

Το ζεύγος Σούτσου κτίζει στο Τατόι ένα απλούστατο ισόγειο σπίτι, στην θέση όπου σήμερα βρίσκεται το υπασπιστήριο. Ανατολικά, στην κορυφή ενός υψώματος, αναγείρεται ένας ανεμόμυλος, σημάδι ότι σπέρνονται στο κτήμα σιτηρά. Κτίζονται επίσης κάποια, μάλλον πρόχειρα, υποστατικά.

Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, όπως και πιο μπροστά, το Τατόι ήταν πέρασμα, αλλά και καταφύγιο ληστρικών συμμοριών, στις οποίες οι Σούτσοι ενίοτε προσέφεραν επί ανταλλάγμασι πολιτική προστασία.

Τον Αύγουστο του 1843, επισκέπτεται το Τατόι η βασίλισσα Αμαλία και θέλγεται από την ομορφιά της φύσης. Αργά το απόγευμα της 6ης Απριλίου 1865, θα διανυκτερεύσει εκεί, καθ’ οδόν προς την Χαλκίδα, ο βασιλεύς Γεώργιος Α’, ως φιλοξενούμενος του Σκαρλάτου Σούτσου που είναι ο αυλάρχης του. Το Τατόι είναι ο πρώτος σταθμός, της πρώτης περιοδείας του νεαρού βασιλέως για να γνωρίσει την χώρα του, στην οποία αφίχθηκε το φθινόπωρο του 1863…

Πληροφορούμενος στα 1870, ότι ο Γεώργιος Α’ αναζητούσε μία τοποθεσία προκειμένου να αναγείρει την θερινή κατοικία του – κι έκλινε μάλιστα προς τους Πεταλιούς που ήσαν ιδιοκτησία της γυναίκας του Όλγας -, ο Ερνέστος Τσίλλερ υπέδειξε στον βασιλέα το Τατόι – για το οποίο εγνώριζε ότι ο Σούτσος προθύμως θα πωλούσε – εκθειάζοντάς του το κλίμα, την ύπαρξη σ’ αυτό άφθονου νερού καθώς και την άμεση επικοινωνία του με την πρωτεύουσα.

Η άμεση ανταπόκριση του Γεωργίου από την πρόταση του αρχιτέκτονα της νεοκλασσικής Αθήνας, φαίνεται από το γεγονός ότι ο Τσίλλερ εκπόνησε το έτος εκείνο διάφορα λίαν φιλόδοξα σχέδια – τεράστιων επαύλεων, σε διαφορετικούς ρυθμούς (αναγεννησιακό, νεογοτθικό, «ελληνοελβετικό»), ορισμένα από τα οποία έχουν σωθεί. Το συμβόλαιο αγοράς υπογράφηκε τελικά μόλις στις 15 Μαϊου 1872, στο σπίτι του Σούτσου, γωνία Κοραή και Πανεπιστημίου. Η τιμή ορίσθηκε στις 300.000 δραχμές, καταβλητέες από τον βασιλέα εντός ενός έτους, σε 4 δόσεις.

Στην αρχική έκταση των περίπου 16. 000 στρεμμάτων, θα προστεθεί το 1877, το Μπάφι (προσφορά της Βουλής προς τον άνακτα, ως ιδιωτική του περιουσία), αργότερα διάφορες μικροεκτάσεις (με τα μέτρα της εποχής) – άλλες με παραχώρηση και άλλες κατόπιν αγοράς – στην θέση Κεραμίδι, και τέλος, το 1891, το οροπέδιο της Δρίζας (που αγοράσθηκε υπό του Γεωργίου από τον Ανδρέα Συγγρό, για λίγο ιδιοκτήτη του, ενώ προηγουμένως ανήκε επίσης στους Σούτσους): με την τελευταία αυτή αγορά το βασιλικό κτήμα απέκτησε την μείζονα έκτασή του: ήτοι 47.427 στρέμματα.

Ευθύς μόλις έγινε κύριος του αρχικού πυρήνα του κτήματος ο Γεώργιος καταπιάσθηκε αφ’ ενός με την φύτευση του δάσους και την δημιουργία της υποδομής του – έργο μοναδικό σε ολόκληρη την Ελλάδα: μάστευση των πηγών, μεταφορά και αποθήκευση νερού, αλλά και πάγου, άρδευση, χάραξη δασικών οδών, αλεών, κατασκευή γεφυρών – οι δύο πιο σημαντικές κοσμούνται με το προσωπικό του έμβλημα -, στερνών, της τεχνητής λίμνης Κιθάρα κτλ πυρασφάλεια) και αφ’ ετέρου με την οργάνωση της οικονομίας του κτήματος, που περιορίστηκε στην αγροτική εκμετάλλευση με έμφαση στην αμπελουργία και την ελαιοπαραγωγή (έχομε στοιχεία της αγροτικής παραγωγής του Τατοΐου και της διακρίσεως του οίνου που παρήγε, από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1880).

Ταυτόχρονα εγκαινίασε εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε την ανέγερση μιας πρώτης – προσωρινής – κατοικίας, με ένα παρακολούθημα (την μετέπειτα γνωστή ως οικία Στουρμ), ενός παρεκκλησίου (του Προφήτη Ηλία, που επικοινωνούσε με την βασιλική κατοικία μέσω μιας ανοικτή στοάς καλυμμένης με περικοκλάδες και φυλλωσιές) και δύο συγκροτημάτων σταύλων, το πρώτο για τα άλογα του βασιλέως και της Αυλής, στα δυτικά του ανακτόρου και σε μικρή από αυτό απόσταση (στη θέση όπου αργότερα κτίσθηκαν τα γκαράζ), το δεύτερο πιο χαμηλά, στην διασταύρωση της δημοσιάς της Χαλκίδας, με τον δρόμο που κατευθύνεται προς το Παλαιόκαστρο. Περιελάμβανε ιπποστάσιο και σταύλο βοϊδών.

Οικία Στούρμ
Παλαιό Βουστάσιο

Ο αρχιτέκτων της προσωρινής βασιλικής επαύλεως Ερνέστος Τσίλλερ – την οποία τα παλιά τοπογραφικά του Κτήματος αναφέρουν ως «ξενώνα» – περιγράφει ρυθμολογικά το δημιούργημά του ως «ελληνοελβετικού ρυθμού», εννοώντας με αυτό ένα κτίσμα κατά βάση νεοκλασσικό, με δίρρικτη στέγη και ως προς τα επί μέρους με διακοσμητικά στοιχεία άλλα νεοκλασσικά και άλλα «γραφικά» ή ρομαντικά.

Η αντιπαραβολή του σχεδίου του Τσίλλερ ενός δευτερεύοντος κτίσματος προορισμένου για το Τατόι, με την μοναδική – εξ όσων γνωρίζω – φωτογραφία της επαύλεως στην αρχική της μορφή που σώζεται στην Βασιλική Βιβλιοθήκη της Κοπεγχάγης, δείχνει σαφώς ότι η δεύτερη ήταν η απλουστευμένη και κατά πολύ μικρότερη εκδοχή του πρώτου.

Πρόκειται για ένα στενόμακρο διώροφο σπίτι, με δίρρικτη στέγη, με τρία ανοίγματα στην στενή και έξη στην μακρά του πλευρά, πάνω σε ένα είδος βάθρου από ογκώδεις δόμους. Το αέτωμα κοσμείται από κλασικίζουσες τοιχογραφίες ένθεν και ένθεν του στενού φεγγίτη που έδινε φως στην σοφίτα. Στις στενές του πλευρές ένας μεγάλος διώροφος εξώστης συνέδεε το σπίτι μέσω μιας αρκετά πλατιάς σκάλας με τον κήπο. Στις δύο πλευρές τους οι σκάλες αυτές είχαν αντί κουπαστής αναβαθμούς πάνω στους οποίους ήσαν τοποθετημένες μαρμάρινες στρογγυλές φυτοδόχοι με ανάγλυφο το έμβλημα του Γεωργίου Α΄.

Ένα στενό μπαλκόνι διέτρεχε στον όροφο, την ανατολική μακρά πλευρά, περνώντας μπροστά από τα τέσσερα κεντρικά ανοίγματά του. Την στέγη κοσμούσαν ανθέμια και ακροκέραμα. Σε μικρή απόσταση από την νοτιοανατολική γωνία τοποθετήθηκε το άγαλμα του Ψαρά του Δημητρίου Φιλιππότη. Τα εγκαίνια της πρώτης αυτής βασιλικής κατοικίας στο Τατόι, τελέσθηκαν με απλότητα με αγιασμό, στις 7 Απριλίου 1874.

Το πρώτο ανάκτορο

Μέσα στην επόμενη δεκαετία, οικοδομούνται επίσης το διευθυντήριο, το σχολείο των βασιλοπαίδων – που χρησίμευε και ως συμπληρωματικός ξενώνας της βασιλικής επαύλεως- το οινοποιείο, το σπίτι του αρχικηπουρού (που εμφανίζεται σε χάρτη του 1878 και πρέπει να συνδεθεί με τον σχεδιασμό και την φύτευση του κήπου του μελλοντικού, οριστικού ανακτόρου), καθώς και η πιο ανατολική από τις δύο, πτέρυγα εργατικών κατοικιών.

Εργατικές κατοικίες

Με την προσθήκη ενός επί πλέον ορόφου που στεφανώθηκε με επάλξεις, ο παλιός ανεμόμυλος του Σούτσου μετατράπηκε σε πύργο με όψη μεσαιωνική. Στην κορυφή του, όπου κυμάτιζε η βασιλική σημαία, κάθε φορά που ο βασιλεύς βρισκόταν στο Τατόι, τοποθετήθηκε και ένα ρολόι που έδωσε το όνομά του στο ύψωμα.

Στον πρώτο του όροφο ο Γεώργιος συγκέντρωσε τις όποιες αρχαιότητες από την αρχαία Δεκέλεια μπόρεσε να βρει – με πιο σημαντική μία στήλη φατρικού ψηφίσματος του έτους 396/395 π. Χ. – στον δε δεύτερο και τρίτο φυσικής ιστορίας αφιερωμένο στην πανίδα του κτήματος. Κτίσθηκαν επίσης ορισμένα άλλα κτήρια, επί το πλείστον βοηθητικά κτίσματα ή μεμονωμένες κατοικίες εργατών στο δάσος, που όμως χάθηκαν αργότερα στις μεγάλες πυρκαγιές.

Είναι γνωστά (χωρίς να γνωρίζομε πάντοτε την μορφή ή την χρήση τους) είτε επειδή εμφανίζονται σε παλιούς χάρτες, είτε από φωτογραφίες, είτε τέλος από αφηγήσεις παλαιών κατοίκων του κτήματος. Τέλος στα αριστερά του δρόμου που ανέβαινε προς το παλάτι και ο οποίος, υπενθυμίζομε πως ήταν η δημοσία οδός προς την Χαλκίδα, διαγωνίως πίσω από το βουστάσιο και στην ίδια περίπου ευθεία με την πτέρυγα εργατικών κατοικιών, υπήρχε – άγνωστο από πότε – το χάνι του Λύγδα, απαραίτητη στάση όλων των περαστικών.

Οι οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται έως περίπου το 1900. Πρώτος σταθμός η ανέγερση περί το 1885 και πάντως πριν από την ανέγερση της βασιλικής επαύλεως, στα νοτιοανατολικά της πτέρυγας εργατικών κατοικιών, του ξενοδοχείου «Τατόιον» και του μικρού αμαξοστάσιου απέναντι από αυτό, εις τρόπον ώστε τα τρία αυτά κτίσματα να συναποτελούν αρχικά ένα αρκετά απομονωμένο συγκρότημα. Το ξενοδοχείο συγκαταλέγεται στην ρομαντική γενιά των κτισμάτων του κτήματος.

Το ξενοδοχείο «Τατόιον»

Αργότερα, κτίζεται η δυτική πτέρυγα των εργατόσπιτων, στο δυτικό άκρο της οποίας, μεταφέρεται σε ιδιαίτερο κτίσμα κάθετο προς αυτήν, το χάνι του Λύγδα. Το επόμενο διάστημα θα κτισθούν, πάνω μεν στην διασταύρωση το κτήριο των αξιωματικών της Φρουράς και ανατολικά του στην ίδια σειρά δύο μικρά συγκροτήματα εργατικών κατοικιών – απέριττα, με ασβεστωμένους τοίχους και κεραμοσκεπή.

Το κτήριο των αξιωματικών της Φρουράς

Αργότερα το 1898, κτίζεται το βουτυροκομείο, που μοιάζει βγαλμένο από βόρειο παραμύθι. Ένα έτος αργότερα (1899), ανεγείρεται ο ναός της Αναστάσεως – αντίγραφο μεσαιωνικού ναού των Αθηνών – στο οροπέδιο του Παλαιόκαστρου (ακρόπολη της αρχαίας Δεκέλειας), που από το έτος 1880 είχε επιλεγεί ως χώρος του κοιμητηρίου της Δυναστείας και φιλοξενούσε ήδη το μικροσκοπικό μνήμα της βασιλοπούλας Όλγας που πέθανε το έτος εκείνο μόλις επτά μηνών. Το βουτυροκομείο κτίσθηκε το αργότερο στα 1898.

Το Βουτυροκομείο

Νοτιοανατολικά από την παλιά βασιλική κατοικία, στην θέση της παλιάς κατοικίας των Σούτσων, κτίζεται το υπασπιστήριο-σφαιριστήριο (1892), αντίγραφο μικρής επαύλεως στο Μπέρνστορφ της Δανίας. Στα 1895 τέλος, στα νότια του ιπποστασίου, τοποθετείται πάνω σε μεταλλική κατασκευή, μία καμπάνα, ο ήχος της οποίας ρυθμίζει τις εργασίες στο κτήμα. Μπροστά της κατασκευάζεται και ένα πρόχειρο υπόστεγο για τον σανό, μετέπειτα γνωστό ως «ρεμίζα».

Περί το 1888-89 προστίθεται ένας τρίτος, χαμηλός όροφος στο κτήριο του Τσίλλερ που χάνει έτσι τις ωραίες αναλογίες του καθώς και μέρος του νεοκλασικού του διακόσμου. Η αρκετά πρόχειρη αυτή μετατροπή οφείλεται στην ανέγερση του οριστικού ανακτόρου καθώς και στον γάμο του διαδόχου Κωνσταντίνου με την Σοφία της Πρωσσίας, τον Οκτώβριο του 1889.

Το νιόπαντρο ζευγάρι θα εγκατασταθεί στην παλιά, μεγεθυμένη και αρκούντως κακοποιημένη έπαυλη του Τσίλλερ η οποία στο εξής θα ονομασθεί «ανάκτορο Κωνσταντίνου». Σ’ αυτήν θα γεννηθεί το επόμενο καλοκαίρι ο μετέπειτα Γεώργιος Β’ (1890-1947), δύο δε χρόνια μετά, ο Αλέξανδρος (1893-1920).

Τα πιο πολλά από τα κτήρια αυτής της γενιάς (= περί το 1885- 1890) είναι έργα του αρχιτέκτονα Σάββα Μπούκη, που εργάσθηκε υπό την καθοδήγηση και την συνεχή εποπτεία του Γεωργίου Α΄. Ο ναός της Αναστάσεως όμως είναι έργο του Αναστασίου Μεταξά.

Τον νεαρότατο και εντελώς άσημο ακόμη Σάββα Μπούκη και για λόγους που μας είναι άγνωστοι, επέλεξαν ο Γεώργιος και η Όλγα για να τον στείλουν στην Αγία Πετρούπολη με την εντολή να αντιγράψει μια από τις δύο νεογοτθικές επαύλεις που ήσαν κτισμένες μέσα στο αχανές πάρκο του ανακτόρου Πέτερχοφ, στα νότια παράλια του Φινικού κόλπου. Η Ferme-Farm- Farmhouse, έργο του Adam Menelas ή Menelaus – γερμανού αρχιτέκτονα που είχε συνοδεύσει τον περίφημο σκωτσέζο αρχιτέκτονα Cameron στην Αγία Πετρούπολη- κτίσθηκε το 1828/29 κι επεκτάθηκε αργότερα στα χρόνια του τσάρου Αλεξάνδρου Β’ (1856-1881) που την κατοίκησε στο σημείο που να ταυτισθεί με αυτόν.

Παρ’ όλο που ο Μπούκης επέφερε στο Τατόι ορισμένες αλλαγές – άγνωστο αν πήρε ο ίδιος την πρωτοβουλία ή αν έλαβε σχετική εντολή από τον βασιλέα Γεώργιο-, η βασιλική έπαυλη στο Τατόι αποτελεί πιστή απομίμηση της Ferme. Άγνωστοι επίσης παραμένουν οι λόγοι που έκαμαν την βασίλισσα Όλγα να επιλέξει από τις τόσες ρωσικές αυτοκρατορικές κατοικίες την πλέον ίσως άσημη και στην οποία ουδέποτε κατοίκησε η ίδια.

Η ανοικοδόμηση διήρκεσε από το 1884 έως το 1886, διάφορες όμως χωματουργικές εργασίες στο περιβάλλον του ανακτόρου, καθώς και η ολοκλήρωση της διακόσμησης και της επίπλωσης στο εσωτερικό του, καθυστέρησαν την εγκατάσταση σε αυτήν της βασιλικής οικογένειας μέχρι την άνοιξη του 1889. Τα εγκαίνια τελέσθηκαν με αγιασμό στις 18 Μαϊου, παρουσία της βασιλικής οικογένειας και μικρού αριθμού αυλικών και φίλων.

Η έπαυλη δεσπόζει ενός κήπου, που απλωνόταν αρχικώς σε δύο και αργότερα σε τρία επίπεδα, και ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να φυτεύεται πριν από το 1878. Στο ανώτερο επίπεδο τοποθετήθηκε το άγαλμα ενός κοζάκου κυνηγού, έργο του Ιευγκένι Λανσεράι, το οποίο η βασίλισσα Όλγα αγόρασε και έφερε από την Ρωσία, καθώς και στην ίδια ευθεία προς το άγαλμα ένας μαρμάρινος ημικυκλικός πάγκος με αρχαιοπρεπή διάκοσμο, στραμμένος προς την θέα και που εξαφανίσθηκε στις αναπλάσεις της προπολεμικής περιόδου.

Στο ενδιάμεσο βρίσκεται «η σπηλιά», μια τεχνητή κόγχη, με μια μαρμάρινη γούρνα με νούφαρα στην οποία έπεφτε νερό από το στόμα μιας μαρμάρινης λεοντοκεφαλής. Το χαμηλότερο και πλέον εκτεταμένο επίπεδο τέμνεται καθέτως από μία κεντρική φαρδύτερη αλέα στα δεξιά της οποίας υπάρχει το γήπεδο του lawn-tennis και ένα θερμοκήπιο – που σημειώνεται σε τοπογραφικό του 1896, αλλά εξαφανίσθηκε αργότερα – κι αριστερά ένας μικρός «λαβύρινθος». Κοντά στο γήπεδο του τέννις κυπαρίσσια φυτεμένα κυκλικά, είχαν τα κλαδιά τους έτσι μπλεγμένα το ένα με το άλλο ώστε υψούμενα τα δένδρα να σχηματίζουν θόλο.

Η ζωή της βασιλικής οικογένειας στο Τατόι ήταν ένας συνδυασμός εκλέπτυνσης και απλότητας, η δε βασιλική αυλή περιοριζόταν συνήθως στους υπασπιστές και τις κυρίες επί των τιμών που είχαν εναλλάξ υπηρεσία. Την κάποια μονοτονία της σπούσαν επισκέψεις φίλων ή ξένων διπλωματών από την Αθήνα, κυρίως όμως οι αφίξεις συγγενών, εστεμμένων και μη, από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες.

Σε διάρκεια επίσημης επίσκεψής τους στην Ελλάδα, επισκέπτονται το Τατόι, ο ηγεμών Μαυροβουνίου το 1899 και ο βασιλεύς της Ιταλίας το 1907. Η πιο μεγάλη γιορτή του έτους ήταν η ονομαστική εορτή της βασίλισσας Όλγας (11 Ιουλίου) που ξεκινούσε με δοξολογία στην εκκλησία και εν συνεχεία με γεύμα στο ύπαιθρο, με προσκεκλημένους τα μέλη της Κυβερνήσεως.

Λίγο πιο πέρα – στην θέση όπου αργότερα κτίσθηκαν τα γκαράζ – η διεύθυνση του κτήματος προσέφερε σουβλιστό αρνί και κρασί τόσο στους άνδρες της Ανακτορικής Φρουράς, όσο και στους εργάτες του κτήματος, αλλά και σε πλήθος χωρικών που έρχονταν από τα γύρω χωριά.

Ήταν το «γλέντι της κυρά- βασίλισσας». Μετά το φαγητό, στηνόταν χορός, τον οποίο ερχόταν να παρακολουθήσει η βασιλική οικογένεια, μετά το πέρας του επισήμου γεύματος. Συγκινημένος ο βασιλεύς κολλούσε από μία χρυσή λίρα στο ιδρωμένο μέτωπο κάθε οργανοπαίκτη. Η ίδια εορτή επαναλαμβανόταν στις 22 Αυγούστου, ημέρα των γενεθλίων της Όλγας, συνήθως χωρίς την βασιλική οικογένεια που την εποχή εκείνη απουσίαζε συνήθως στο εξωτερικό.

Στην οργάνωση του κτήματος ο Γεώργιος Α’ επέλεξε διαδοχικά ως συνεργάτες δύο εξαιρετικά άξιους, ευσυνείδητους και γνώστες του αντικειμένου της εργασίας τους Δανούς, αρχικώς μεν τον κάπως εκκεντρικό, αλλά εξαιρετικά αγαπητό στην αθηναϊκή κοινωνία, Λουδοβίκο Μύντερ (1873-1892) και εν συνεχεία, τον Όθωνα Βάισμαν (1893-1914). Μαζί με τον βασιλέα μπορούν να χαρακτηρισθούν ως οι δημιουργοί του Τατοϊου.

Χάρη στους ανθρώπους αυτούς πολλές σύγχρονες μέθοδοι καλλιέργειας ή και προστασίας των δασών εφαρμόσθηκαν στην Ελλάδα για πρώτη φορά στο Τατόι. Για τα υποζύγια του κτήματος ο Γεώργιος Α’ εισήγαγε εξαρτήσεις πιο ανώδυνες για τα ζώα, τις οποίες μάταια προσπάθησε να διαδώσει, κυρίως μέσω της Γεωργικής Εταιρείας της οποίας ήταν ο επίτιμος πρόεδρος. Το έργο του Μύντερ και του Βάισμαν, συνέχισε επάξια ο Ιωάννης Κοκκίνης (1914-1923). Επί ημερών του το Τατόι θα περνούσε την πρώτη σοβαρή δοκιμασία του…

Λόγοι πολιτικοί, καθώς και η πυρκαγιά της 25ης Δεκεμβρίου 1909 που κατέστησε για ένα διάστημα μη κατοικήσιμα τα ανάκτορα στην Αθήνα, υποχρέωσαν την βασιλική οικογένεια να διαχειμάσει στο Τατόι. Στο κτήμα όμως δεν υπήρχαν επαρκείς χώροι διαμονής για το προσωπικό, ιδίως εξοπλισμένοι για τον χειμώνα που την χρονιά εκείνη ήταν ιδιαίτερα βαρύς. Η προφανής ταλαιπωρία τόσων ανθρώπων ήταν ο λόγος, όπως αναφέρει στο ημερολόγιό του ο πρίγκιπας Νικόλαος, που ώθησε τον Γεώργιο να αποφασίσει την ανέγερση ενός κτηρίου για το προσωπικό.

Τα πολιτικά γεγονότα και εν συνεχεία οι Βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 δυσχέραιναν την πραγμάτωση του σχεδίου αυτού, το οποίο έφερε σε πέρας ο νέος βασιλεύς τον χειμώνα του 1913-1914. Μετά την δολοφονία του Γεωργίου στην Θεσσαλονίκη στις 5 Μαρτίου 1913, ο Κωνσταντίνος και η Σοφία, είχαν ανάγκη περισσότερου χώρου, δεδομένου ότι εξακολούθησαν να κατοικούν στην παλιά έπαυλη, καθότι ο Γεώργιος είχε αφήσει δια της διαθήκης του το καθ’ αυτό παλάτι στην βασίλισσα Όλγα.

Το κτήριο του προσωπικού κτίσθηκε πίσω από το υπασπιστήριο, σχεδόν παράλληλα με το ανάκτορο Κωνσταντίνου. Έχει έντονο λειτουργικό χαρακτήρα, ανταποκρινόμενο στην προσωπικότητα του νέου βασιλέως που ήταν κατ’ εξοχήν στρατιώτης. Σε μικρή απόσταση πίσω από αυτό, το παλιό «φαρμακείο» – που η ντόπια παράδοση συνδέει με το «νοσοκομείο της βασίλισσας Όλγας»- μετατρέπεται σε κατοικία του φροντιστή, ήτοι του επί κεφαλής του ανδρικού προσωπικού των ανακτόρων. Την ίδια περίοδο κτίζεται και το κτήριο των στρατώνων στο ύψωμα που εποπτεύει το ανακτορικό συγκρότημα.

Και πάλι η ταραγμένη περίοδος που ακολουθεί εμπόδισε την περάτωση του εσωτερικού διακόσμου του ναού της Αναστάσεως στο Παλαιόκαστρο, μπροστά στον οποίο – και σε μικρή απόσταση από το μνήμα της βασιλοπούλας Όλγας – είχε ταφεί σε απέριττο τάφο καλυπτόμενο από ογκώδη κυβόλιθο πεντελίσιου μαρμάρου, ο εθνομάρτυς Γεώργιος Α’. Η βασίλισσα Σοφία ωστόσο, λάτρης των κήπων και γενικώς του πρασίνου (η Αθήνα της οφείλει πολλά από τα άλση της), κατόρθωσε να αναπλάσει τον κήπο τόσο γύρω από το παλιό καθώς και από το νέο ανάκτορο, τον οποίο χαιρόταν να δείχνει στους καλεσμένους της.

Το καλοκαίρι του 1915 αναρρώνει στο Τατόι, ο βασιλεύς Κωνσταντίνος από βαριά αρρώστια που λίγο έλειψε να του στοιχίσει την ζωή . Η αδυναμία του να κατέλθει στα ανάκτορα των Αθηνών, καθιστά για λίγους μήνες το βασιλικό κτήμα και πιο ειδικά το παλιό ανάκτορο, το κύριο κέντρο αποφάσεων επί κρισίμων εθνικών ζητημάτων καθώς και θέατρο σημαντικών γεγονότων της πολιτικής ζωής της χώρας που με ορμή παρεσύρετο στην δύνη του Εθνικού Διχασμού.

Άθλιος ο ρόλος των ξένων, πρωτίστως της Γαλλίας, που προωθούσαν κεκαλυμμένα τους δικούς τους άνομους σκοπούς. Ήταν επομένως φυσικό τόσο η κοινή γνώμη, όσο και η βασιλική οικογένεια (με εξαίρεση τον ίδιο τον βασιλέα) να αποδώσουν στον αδελφοκτόνο διχασμό και στην ξένη ανάμειξη, την πυρκαγιά που ξέσπασε στις 30 Ιουνίου 1916 και η οποία κατέκαψε 33.000 στρέμματα δάσους κι από τα κτήρια το ανάκτορο του Κωνσταντίνου, τον Προφήτη Ηλία, τους ανακτορικούς σταύλους, τον πύργο στο Ρολόι, καθώς και το σχολείο των βασιλοπαίδων, όπως πιθανότατα και άλλα κτίσματα ευρισκόμενα έξω από τον πυρήνα του κτήματος.

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος κινδύνεψε να εγκλωβισθεί μέσα στις φλόγες. Εννέα όμως άνθρωποι υπήρξαν λιγώτερο τυχεροί κι άφησαν την ζωή τους στο φλεγόμενο δάσος. Παρ’ όλο που τα πάντα μοιάζουν να δικαιολογούν την εκδοχή του εμπρησμού, η κατηγορία αυτή δεν ευσταθεί, αν παρατηρήσει κανείς ότι εκείνες ακριβώς τις ημέρες και μετά από πολύμηνη ξηρασία, καιγόταν ολόκληρη η Ελλάδα.

Όποια κι αν ήταν η αιτία της, η φωτιά του 1916 είναι ο πρώτος μετά το 1872 μείζων σταθμός στην ιστορία του Τατοϊου, το βίαιο τέλος της πρώτης χρυσής του εποχής. Εξ αιτίας της εξοντώθηκε επίσης μεγάλο μέρος της πανίδας του κτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ελαφιών πολλά από τα οποία βρέθηκαν καρβουνιασμένα στις περιφράξεις. Τότε επίσης στέρεψαν οι πιο πολλές πηγές…

Τα πολιτικά γεγονότα που ακολούθησαν, ή έξωση του Κωνσταντίνου από τις Δυνάμεις της Entente, η κομματική βενιζελική τυραννία και τέλος ο πόλεμος δεν παρείχαν την δυνατότητα να επουλωθούν οι πληγές. Στις 12 Οκτωβρίου πεθαίνει στο δωμάτιό του στο Τατόι, μετά από εβδομάδες φρικτής αγωνίας, ο πρίγκιπας-βασιλεύς Αλέξανδρος, μόλις 27 ετών.

Ο τραυματισμός του από τον πίθηκο που συνεπλάκη με τον σκύλο του συνέβη στον δρόμο κάτω από την οικία Στουρμ, στην οποία παρασχέθηκαν στον Αλέξανδρο οι πρώτες βοήθειες. Δημοψήφισμα φέρνει πίσω θριαμβευτικά τον Κωνσταντίνο. Αλλά και πάλι περιθώρια οικονομικά και ψυχικά (λόγω του πολέμου και του πένθους του Αλεξάνδρου) δεν υπάρχουν για επανοικοδομήσεις, μεγάλης κλίμακας επισκευές και δενδροφυτεύσεις στο Τατόι.

Η χώρα βρίσκεται παγιδευμένη στο μικρασιατικό αδιέξοδο. Η Μικρασιατική Καταστροφή, παρά την πολιτικότητα που επιδεικνύει ο νέος βασιλεύς Γεώργιος ο Β’, και τις προσπάθειες που όψιμα καταβάλει ο ίδιος ο Βενιζέλος για να σώσει το πολίτευμα, ήταν μοιραίο να συμπαρασύρει και την βασιλεία. Στις 19 Δεκεμβρίου ο Γεώργιος Β’ αναχωρεί στο εξωτερικό υπό μορφή αδείας.

Στις 24 Μαρτίου 1924, η Εθνοσυνέλευση κηρύσσει την εγκαθίδρυση της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Σε μία Ελλάδα χωρίς βασιλεία ποια θα είναι τώρα η μοίρα του Τατοϊου;

Παραδόξως για τα ελληνικά χρονικά, η πολιτειακή αλλαγή δεν έθιξε το κτήμα, χάρη στην σωφροσύνη και τον πολιτισμό των τότε ηγητόρων που έλαβαν, παραβλέποντας τα οξύτατα πάθη των ημερών εκείνων, από την πρώτη στιγμή μέτρα για την προστασία του: επαρκή χρηματοδότηση καθώς και ένα νέο πλαίσιο και λόγο υπάρξεως. Από τα 1926 και μετά, όταν το Τατόι προσδέθηκε στην Αεροπορική Άμυνα (μετέπειτα Διοίκηση Δημοσίων Κτημάτων), τις ευκαιρίες που του παρείχε η Πολιτεία με τον νόμο 3213/ 14 Αυγούστου 1924 εκμεταλλεύτηκε, ο διορισθείς δυναμικός διευθυντής: ο δασολόγος Βασίλειος Δρούβας (1926-1961) προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, στον οποίο όμως το Τατόι χρωστά πολλά.

Χάρη σ’ αυτόν, το πρώην βασιλικό επούλωσε τα τραύματα της μεγάλης φωτιάς, θωρακίσθηκε απέναντι στην απειλή νέας φωτιάς με φαρδιές αντιπυρικές ζώνες και φυτεύσεις σε πυκνές σειρές δένδρων που δύσκολα αναφλέγονται, και με έναν συνδυασμό ανάπτυξης και σφιχτών οικονομιών, καθώς και την θέσπιση αυταρχικών μέτρων που επέτρεπε η νομοθεσία της εποχής, όπως την επιβολή προστίμων στο προσωπικό ή προστίμων για παράνομη ξύλευση, βοσκή ή ακόμη και διάβαση, κατάφερε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 το κτήμα για πρώτη φορά στην ιστορία του να έχει ενεργητικό, ύψους ετησίως περίπου ενός εκατομμυρίου.

Το Εθνικό Αγροτικό Ορφανοτροφείο Αρρένων που λειτουργούσε στο κτήριο του προσωπικού και στα μαγειρεία έδινε ζωή τον χειμώνα στην τοπική κοινωνία. Η βασιλική έπαυλη λειτούργησε ως θερινό κυβερνείο – κατοικήθηκε μόνο από τον Αλέξανδρο Ζαϊμη- ενώ σε χώρους του ισογείου είχε προχείρως οργανωθεί ένα επισκέψιμο μουσείο με ενθύμια της Δυναστείας.

Η οικονομική άνθιση επέτρεψε την ανέγερση κάποιων νέων κτηρίων, όπως της «μάνδρας», δηλαδή μιας περίφρακτης αυλής, γύρω από την οποία μεταφέρθηκαν διάφορα εργαστήρια του κτήματος, καθώς και οι κατοικίες εκείνων που έμεναν στην θέση όπου, επίσης περί το 1930, κτίσθηκε ο σταθμός της χωροφυλακής. Την ίδια περίοδο το ξενοδοχείο «Τατόιον» λειτουργεί ως παράρτημα του ξενοδοχείου «Σέσιλ» στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς, ενώ το «χάνι του Λύγδα», υπό νέα διεύθυνση, μετονομάζεται σε «Ανακτορικόν Δάσος».

Οι κάτοικοι του Τατοϊου υποδέχονται με χαρά τον επιστρέψαντα βασιλέα Γεώργιο Β’ την 1η Δεκεμβρίου 1935. Αντιλαμβανόμενος την αξία του Δρούβα, ο Γεώργιος τον διατηρεί στην θέση του, παρά τις προσπάθειες πολλών, οι οποίοι στηρίζονταν στο γεγονός ότι ο Δρούβας ήταν ακραίος βενιζελικός και υποστηρικτής της Αβασίλευτης Δημοκρατίας. Ο φόρτος εργασίας και οι ποικίλες έγνοιες του βασιλέως που παρέλαβε μια χώρα από πάσης πλευράς διαλυμένη, τον εμποδίζουν να ασχοληθεί αμέσως με το Τατόι.

Στις 22 Νοεμβρίου 1936 θάπτονται πανηγυρικά στο Παλαιόκαστρο τα οστά των βασιλέων Κωνσταντίνου, Σοφίας και Όλγας, τα τους οποίους το θωρηκτό «Αβέρωφ» μετέφερε από το Μπρίντιζι. Η Όλγα μπροστά στον ναό, δίπλα στον Γεώργιο, ο Κωνσταντίνος και η Σοφία, στο μαυσωλείο του οποίου έχει αρχίσει η ανέγερση στο κέντρο του μικρού οροπεδίου. Κοντά τους θα μεταφερθεί από την αρχική του θέση στην πρόσοψη του ναού, ο Αλέξανδρος.

Αρνούμενος τον βασιλικό τίτλο στην επιτύμβια επιγραφή με την συμπλήρωση ότι «εβασίλευσε αντί του πατρός αυτού», ο Γεώργιος Β’ αποκαθιστά την συνταγματική και δυναστική τάξη που είχε κλονισθεί το 1917. Εμπνευστής του σχεδίου του βυζαντινοπρεπούς μαυσωλείου, ο αρχιτέκτων Μανώλης Λαζαρίδης. Λόγοι πιθανώς οικονομικοί επέβαλαν την μετατροπή του επί το απλούστερο, με την παρέμβαση του ανακτορικού αρχιτέκτονα Αναστασίου Μεταξά.

Ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος θα βρει το μαυσωλείο ημιτελές. Θα εμποδίσουν την ολοκλήρωσή του. την τελευταία κατοικία τους στο Παλαιόκαστρο οι βασιλόπαιδες Νικόλαος (Φεβρουάριος 1938), Χριστόφορος (Ιανουάριος 1940) και Μαρία (Δεκέμβριος 1940), καθώς και η βασιλόπαις Αλεξάνδρα, μεγάλη δούκισσα Παύλου της Ρωσίας (+1891), το παλιό ίνδαλμα του αθηναϊκού λαού, που στάλθηκε από το μαυσωλείο των Ρωμανώφ στο Λένινγκραντ στην Ελλάδα με εντολή του Στάλιν, ικανοποιούντος με καθυστέρηση σχετικό αίτημα του Έλληνος βασιλέως.

Το οικονομικό πλεόνασμα που βρήκε στο ταμείο του χάρη στην χρηστή διαχείριση του Δρούβα επέτρεψε στον βασιλέα την ανάληψη, την διετία 1937-1939, ενός σημαντικού οικοδομικού προγράμματος, στο πέρας του οποίου το Τατόι είχε σε μεγάλο βαθμό αλλάξει μορφή. Παράλληλα με την κατεδάφιση των ερειπίων του παλιού ανακτόρου, του σχολείου των βασιλοπαίδων και των ανακτορικών σταύλων με τα γύρω τους παρακολουθήματα, κατεδαφίσθηκαν επίσης κτήρια τα οποία είχαν μείνει ανέπαφα, είτε επειδή η αισθητική τους δεν ταίριαζε με εκείνη του Γεωργίου Β’ είτε διότι δεν θεωρούνταν αρκούντως λειτουργικά.

Στις περιπτώσεις αυτές των κτηρίων που κατεδαφίζονται για να αναγερθούν και πάλι εκ βάθρων, ανήκουν τόσο τα μαγειρεία της βασιλικής επαύλεως (που επικοινωνούν, όπως και τα παλιά, μέσω ενός υπογείου διαδρόμου με το παλάτι), όσο και το διευθυντήριο. Το τελευταίο, με έκδηλο αγγλοσαξωνικό χαρακτήρα, είναι έργο του Περικλή Σακελλάριου, ο οποίος επίσης σχεδίασετο το φυλάκιο της κεντρικής πύλης του κτήματος, της «πύλης της Βαρυμπόμπης». Η ίδια η πύλη με τους χαρακτηριστικούς μικρούς μαρμάρινους οβελίσκους της (που εκλάπησαν την δεκαετία του 1980) κατασκευάζεται το 1939.

Το φυλάκιο της κεντρικής πύλης του κτήματος

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή που επέφερε η παλινόρθωση του 1935 είναι η απαγόρευση διέλευσης του κοινού μέσα από το κτήμα με αποτέλεσμα η δημοσία οδός να εκτραπεί στα δυτικά για να συναντήσει συμπτωματικά διερχόμενη από τις υπώρειες του Παλαιόκαστρου την αρχαία οδό Αθηνών – Χαλκίδος. Το κλείσιμο του κτήματος συνοδεύτηκε από την άρση της λειτουργίας του ξενοδοχείου και στην έκπτωση του «Ανακτορικού Δάσους» σε μπακάλικο- ψιλικατζίδικο, που σερβίριζε και κάποια γεύματα σε μέλη αποκλειστικά της διοίκησης του κτήματος και σε εργάτες.

Τότε επίσης κτίζεται το κτήριο με τους θαλάμους του εποχικού προσωπικού, ενώ το υπασπιστήριο αλλάζει και αυτό όψη – χάνοντας έτσι την αμιγώς δανέζικη αισθητική του – μετά από παρέμβαση πιθανώς του Αναστασίου Μεταξά.

Το κτήριο όμως που υπέφερε το πιο πολύ από την αναπλαστική δραστηριότητα του Γεωργίου β’ είναι αδιαμφισβήτητα το ίδιο το ανάκτορο, στο οποίο κατά την διετία 1937-1939 πραγματοποιήθηκαν μεγάλης εκτάσεως έργα, που εκσυγχρόνισαν το εσωτερικό του – με την εγκατάσταση λουτρών στα υπνοδωμάτια και κεντρικής θερμάνσεως – αλλά που παραμόρφωσαν το εξωτερικό, κυρίως δε την νότια όψη που βλέπει στον κήπο.

Ενώ στην βόρεια πλευρά η μόνη αλλαγή υπήρξε η κατάργηση μιας εισόδου που οδηγούσε στην τραπεζαρία και στο ημιυπόγειο, στην νότια καταργήθηκε ουσιαστικά το διπλό χαγιάτι και αφαιρέθηκε όλος ο λεπτός λευκός δαντελωτός μεταλλικός διάκοσμος, αντικατασταθείς αλλού από τσιμεντένιες προθέσεις και αλλού από βαριά μπετονένια δοκάρια.

Στο νέο χαγιάτι αντιγράφονται πρόχειρα οι επάλξεις που κοσμούν το μπαλκόνι πάνω από το βασιλικό γραφείο. Τα παλιά κιγκλιδώματα επιβίωσαν μόνο στο μπαλκόνι του δωματίου της βορειοδυτικής άκρας του σπιτιού, καθώς και σε λίγους φεγγίτες. Άγνωστο ωστόσο παραμένει αν τα νέα κιγκλιδώματα στους φεγγίτες και τον εξώστη, ανήκουν στην περίοδο 1937-38 ή αν τοποθετήθηκαν κατά την πρόχειρη – λόγω των πενιχρών οικονομικών – επισκευή της επαύλεως που ακολούθησε – πραγματοποιούμενη πιθανότατα το 1947-1948 – την διπλή λεηλασία της κατά τα Δεκεμβριανά.

Η κατάδηλη έγνοια για την δαπάνη όσο το δυνατό λιγώτερων χρημάτων, μας κάνει να κλίνομε υπέρ της δεύτερης χρονολογίας. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το αποτέλεσμα ήταν πως η συνεπής προς την εποχή της κομψή νεογοτθική έπαυλη του Γεωργίου Α’, μετατράπηκε από τον συνονόματο εγγονό του σε ένα κακοποιημένο και ερμαφρόδιτο κτήριο χωρίς ψυχή και χαρακτήρα.

Μιας τέτοιας εκτάσεως επέμβαση στο ιστορικό κτήριο ξενίζει ακόμη πιο πολύ αν λογαριάσομε ότι ο Γεώργιος σκόπευε να κτίσει στην κορυφή Κακούρθι της Πάρνηθας μια βίλλα-αετοφωλιά κι είχε μάλιστα αρχίσει, με αφετηρία την Κιθάρα, η κατασκευή του δρόμου που θα οδηγούσε εκεί. Το όλο εγχείρημα επιβράδυνε ο πόλεμος και τελικώς το ματαίωσε η ακολουθήσασα ξενική κατοχή.

Με εξαίρεση τις πριγκίπισσες Νικολάου (Ελένη) και Ανδρέα (Αλίκη) που αρνήθηκαν να φύγουν ενώ πλησίαζαν οι Γερμανοί, η λοιπή βασιλική οικογένεια εγκατέλειψε την Αθήνα, μεταβαίνουσα αρχικώς μεν στην Κρήτη και ακολούθως στην Αίγυπτο.

Στο Τατόι το ανάκτορο σφραγίσθηκε από τις αρχές Κατοχής, οι οποίες χρησιμοποίησαν ορισμένα δευτερεύοντα κτήρια ως χώρους ανάρρωσης και ανάπαυσης για αξιωματικούς που επέστρεφαν από δύσκολες αποστολές. Στα τραγικά χρόνια της Κατοχής ο Δρούβας έδειξε το τι ήταν άξιος. Ενέτεινε τις καλλιέργειες, μοσχοπουλώντας τα προϊόντα στην αγορά της λιμοκτονούσας Αθήνας κι αυξάνοντας έτσι το αποθεματικό του ταμείου του κτήματος, περιορίζοντας ταυτόχρονα οποιαδήποτε μη παραγωγική δαπάνη.

Πολιτεύθηκε δε με μαεστρία και προς όφελος του κτήματος τόσο με τον κατακτητή, όσο και με τους αντάρτες που έκαναν την εμφάνισή τους στην Πάρνηθα στα τέλη του 1943 και στους οποίους παρείχε ό,τι του ζητούσαν, μη εκτιθέμενος όμως ποτέ προσωπικά. Οι αντάρτες εμφανίζονται στην καρδιά του κτήματος το Πάσχα του 1944.

Βρήκαν τους κατοίκους κρυμμένους στο αντιαεροπορικό καταφύγιο του παλατιού (για να προφυλαχθούν από τα αγγλικά αεροπλάνα που βομβάρδιζαν την ευρύτερη περιοχή του αεροδρομίου), δίπλα στα μαγειρεία. Ήσαν φιλικοί προς όλους, από το κτήμα όμως άρπαξαν μεγάλο αριθμό σφαγίων για το πασχαλιάτικο γλέντι τους ψηλά στο βουνό….

Συνεχίζεται…

Σχόλια Facebook

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.